Η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή δεν αφήνει πίσω της μόνο κατεστραμμένες υποδομές, περιορισμένες ενεργειακές εξαγωγές και βαρύ οικονομικό κόστος. Αλλάζει παράλληλα τους συσχετισμούς ισχύος στον Περσικό Κόλπο, δημιουργώντας χώρες που εμφανίζουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα και άλλες που βλέπουν να υπονομεύονται κρίσιμα πλεονεκτήματά τους. Στην πρώτη κατηγορία ξεχωρίζουν, με διαφορετικούς όρους, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Ομάν. Στη δεύτερη βρίσκονται το Κατάρ, το Κουβέιτ και το Μπαχρέιν, με το πρώτο να αντιμετωπίζει ιδιαίτερα σοβαρό πλήγμα στον ενεργειακό του ρόλο.
Η εικόνα δεν είναι απλή. Τα ΗΑΕ δέχθηκαν εκτεταμένες επιθέσεις, αλλά διαθέτουν μεγαλύτερα περιθώρια προσαρμογής και εναλλακτικές διαδρομές για μέρος των εξαγωγών πετρελαίου. Το Ομάν, από την πλευρά του, εμφανίζεται συγκριτικά λιγότερο εκτεθειμένο στις διαταραχές των ενεργειακών ροών μέσω των Στενών του Ορμούζ. Αντίθετα, το Κατάρ, το Κουβέιτ και το Μπαχρέιν είναι περισσότερο ευάλωτα στην παρατεταμένη διακοπή της ναυσιπλοΐας και στις επιπτώσεις της στις εξαγωγές, στην παραγωγή και στα δημόσια έσοδα.
Στην εξίσωση προστίθεται πλέον και η συμφωνία που ανακοίνωσε ο Ντόναλντ Τραμπ με τον Βλαντίμιρ Πούτιν για την αύξηση των ρωσικών προμηθειών ντίζελ προς την αμερικανική και την παγκόσμια αγορά. Η αρχική ποσότητα που ανακοινώθηκε ξεπερνά τους 300.000 τόνους, ενώ προβλέπονται πρόσθετες παραδόσεις τους επόμενους μήνες. Η κίνηση αποσκοπεί στην αντιμετώπιση των υψηλών τιμών των καυσίμων, αλλά ταυτόχρονα επαναφέρει τη Ρωσία στο προσκήνιο ως προμηθευτή σε μια αγορά που δοκιμάζεται από τις πολεμικές αναταράξεις και τις διαταραχές στην ενεργειακή τροφοδοσία.
Η συμφωνία μπορεί να περιορίσει μέρος της πίεσης στις διεθνείς τιμές των πετρελαϊκών προϊόντων, εφόσον οι ποσότητες παραδοθούν σύμφωνα με τον σχεδιασμό. Εάν αυξηθεί η διαθεσιμότητα ντίζελ και αποκλιμακωθούν οι τιμές, οι παραγωγοί του Κόλπου ενδέχεται να χάσουν μέρος από το πρόσθετο οικονομικό και γεωπολιτικό πλεονέκτημα που αποκτούν όταν η προσφορά περιορίζεται και οι τιμές ανεβαίνουν. Αυτό δεν σημαίνει ότι εξουδετερώνεται η ενεργειακή τους ισχύς: το ντίζελ είναι διυλισμένο προϊόν και δεν υποκαθιστά αυτομάτως το αργό πετρέλαιο ή το υγροποιημένο φυσικό αέριο του Κατάρ. Επιπλέον, η πραγματική επίδραση της συμφωνίας στις τιμές παραμένει αβέβαιη, καθώς έχουν διατυπωθεί αμφιβολίες για το κατά πόσο οι πρόσθετες ποσότητες επαρκούν για να μεταβάλουν ουσιαστικά την παγκόσμια αγορά.
Η εικόνα, επομένως, γίνεται ακόμη πιο σύνθετη για τις χώρες του Κόλπου. Οι ενεργειακές διαταραχές απειλούν τις εξαγωγές και τα δημόσια έσοδά τους, ενώ η επιστροφή μεγαλύτερων ποσοτήτων ρωσικού ντίζελ στην αγορά δημιουργεί έναν επιπλέον παράγοντα πίεσης. Το ποιος θα βγει με τις μικρότερες απώλειες θα εξαρτηθεί όχι μόνο από τις στρατιωτικές εξελίξεις και την ασφάλεια των θαλάσσιων οδών, αλλά και από το πόσο γρήγορα θα αποκατασταθούν οι ενεργειακές ροές και πώς θα διαμορφωθούν οι διεθνείς τιμές.
ΗΑΕ και Ομάν: Ανθεκτικότητα σε ένα περιβάλλον γενικευμένων απωλειών
Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα βρίσκονται σε μια αντιφατική θέση. Από τη μία πλευρά, έχουν δεχθεί ισχυρές πιέσεις από τις επιθέσεις και τις διαταραχές στην περιφερειακή ασφάλεια. Από την άλλη, η οικονομική τους διαφοροποίηση, οι υποδομές και η δυνατότητα διοχέτευσης μέρους των πετρελαϊκών εξαγωγών εκτός του Ορμούζ προσφέρουν σημαντικά αναχώματα. Η ανθεκτικότητα αυτή δεν σημαίνει ότι τα Εμιράτα βγαίνουν αλώβητα από την κρίση. Σημαίνει ότι έχουν περισσότερα μέσα για να περιορίσουν τις απώλειες και να διατηρήσουν τον ρόλο τους ως διεθνές εμπορικό, χρηματοοικονομικό και ενεργειακό κέντρο.
Το Ομάν εμφανίζεται επίσης σε σχετικά καλύτερη θέση σε σύγκριση με τις περισσότερο εκτεθειμένες οικονομίες του Κόλπου. Η γεωγραφία του, η πρόσβαση στην Αραβική Θάλασσα και η δυνατότητα ανάπτυξης εναλλακτικών εμπορικών διαδρομών ενισχύουν τη στρατηγική του σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία η ασφάλεια των θαλάσσιων μεταφορών έχει γίνει κρίσιμο ζήτημα. Η διατήρηση διαύλων επικοινωνίας με διαφορετικές πλευρές αποτελεί επιπλέον διπλωματικό πλεονέκτημα.
Ωστόσο, η διάκριση ανάμεσα στους «κερδισμένους» και τους «χαμένους» χρειάζεται προσοχή. Οι δύο χώρες δεν αποκομίζουν κατ’ ανάγκη καθαρά οφέλη από τον πόλεμο. Εκείνο που προκύπτει είναι ότι διαθέτουν συγκριτικά καλύτερες δυνατότητες απορρόφησης του σοκ και περιορισμού των ζημιών σε σχέση με άλλα κράτη του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου.
Το Κατάρ στο επίκεντρο: Το ενεργειακό πλήγμα και οι γεωπολιτικές συνέπειες
Το Κατάρ αντιμετωπίζει μία από τις πιο σοβαρές δοκιμασίες της κρίσης. Η εξάρτηση της οικονομίας του από το υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG), σε συνδυασμό με την απουσία εναλλακτικής εξαγωγικής οδού αντίστοιχης με εκείνες που διαθέτουν άλλοι παραγωγοί, το καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτο στις διαταραχές του Ορμούζ. Οι επιθέσεις στις ενεργειακές εγκαταστάσεις και η αδυναμία ομαλής μεταφοράς των φορτίων έχουν προκαλέσει σοβαρές απώλειες εσόδων, ενώ η αποκατάσταση της παραγωγικής δυναμικότητας ενδέχεται να απαιτήσει μεγάλο χρονικό διάστημα.
Το πλήγμα δεν είναι μόνο οικονομικό. Το φυσικό αέριο αποτελεί βασικό εργαλείο διεθνούς επιρροής για τη Ντόχα, καθώς συνδέει το Κατάρ με μεγάλες αγορές και του προσφέρει διαπραγματευτική ισχύ. Όσο περιορίζεται η δυνατότητα αξιοποίησης αυτού του πλεονεκτήματος, τόσο δυσκολότερη γίνεται η διατήρηση της περιφερειακής του επιρροής σε μια συγκυρία όπου η ασφάλεια, η ενέργεια και οι συμμαχίες συνδέονται άμεσα.
Στο σημείο αυτό αναδεικνύεται και η ευρύτερη γεωπολιτική διάσταση. Το Κατάρ έχει οικοδομήσει στενή στρατηγική και οικονομική σχέση με την Τουρκία, με συνεργασία στην άμυνα, επενδύσεις και οικονομική στήριξη. Η αποδυνάμωση της Ντόχα περιορίζει δυνητικά ένα σημαντικό στήριγμα της Άγκυρας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η Τουρκία χάνει αυτομάτως τα εργαλεία περιφερειακής ισχύος της.
Από αυτή την οπτική, το σοβαρό πλήγμα στο Κατάρ μπορεί να ερμηνευθεί ως εξέλιξη που ευνοεί έμμεσα τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, στον βαθμό που περιορίζει την οικονομική και διπλωματική αυτονομία ενός κράτους με ιδιαίτερες σχέσεις με την Τουρκία και με διαύλους προς διαφορετικούς περιφερειακούς παίκτες.
Δεν υπάρχουν, ωστόσο, στοιχεία ώστε η εξέλιξη να παρουσιαστεί ως κοινό σχέδιο της Ουάσιγκτον και του Τελ Αβίβ για την «εξουδετέρωση» του Κατάρ. Το άμεσο ενεργειακό πλήγμα συνδέεται με τις επιθέσεις και τις συνθήκες του πολέμου, ενώ η στρατηγική αξιοποίησή του από άλλες πλευρές αποτελεί ξεχωριστό ζήτημα.
Το παράδοξο είναι ότι το Κατάρ φιλοξενεί τη μεγαλύτερη αμερικανική αεροπορική βάση στην περιοχή, χωρίς αυτό να το έχει προστατεύσει από τις συνέπειες της σύγκρουσης. Η κρίση αναδεικνύει έτσι τα όρια των παραδοσιακών εγγυήσεων ασφαλείας: η παρουσία ισχυρού συμμάχου δεν εξασφαλίζει από μόνη της την προστασία κρίσιμων υποδομών ούτε την απρόσκοπτη λειτουργία μιας οικονομίας που εξαρτάται από συγκεκριμένες θαλάσσιες οδούς.
Κουβέιτ και Μπαχρέιν: Μεγαλύτερη έκθεση, λιγότερα περιθώρια
Το Κουβέιτ συγκαταλέγεται στις χώρες που έχουν πληγεί περισσότερο από την κρίση, καθώς η εξάρτηση των εξαγωγών του από τα Στενά του Ορμούζ περιορίζει δραστικά τις δυνατότητες διάθεσης πετρελαίου όταν η ναυσιπλοΐα διαταράσσεται. Η μείωση των εξαγωγών μεταφέρεται στα κρατικά έσοδα, στην οικονομική δραστηριότητα και στις προοπτικές ανάπτυξης. Ακόμη και αν οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου παραμένουν υψηλές, αυτό δεν αρκεί για να αντισταθμίσει την αδυναμία μεταφοράς των ποσοτήτων στις αγορές.
Το Μπαχρέιν αντιμετωπίζει διαφορετικές αλλά εξίσου πιεστικές προκλήσεις. Η μικρότερη οικονομική του βάση και η εξάρτηση από την περιφερειακή σταθερότητα περιορίζουν τα περιθώρια απορρόφησης παρατεταμένων αναταράξεων. Η κρίση επιβαρύνει την οικονομία, αυξάνει το κόστος ασφάλειας και εντείνει τις πιέσεις σε μια χώρα με λιγότερες δυνατότητες δημοσιονομικής άμυνας σε σύγκριση με τις μεγαλύτερες οικονομίες του Κόλπου.
Η συνολική εικόνα δείχνει ότι η κρίση δεν πλήττει όλα τα κράτη με τον ίδιο τρόπο. Η πρόσβαση σε εναλλακτικές εξαγωγικές διαδρομές, η διαφοροποίηση της οικονομίας και τα διαθέσιμα δημοσιονομικά αποθέματα καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό ποιος μπορεί να αντέξει περισσότερο και ποιος κινδυνεύει να υποστεί μακροχρόνιες απώλειες.
Το Πακιστάν μπαίνει στην κινούμενη άμμο της Μέσης Ανατολής
Την ίδια στιγμή, ένα νέο μέτωπο ανοίγει για το Πακιστάν. Η ενεργοποίηση των αμυντικών δεσμεύσεων με τη Σαουδική Αραβία και η συμφωνία για ανάπτυξη πρόσθετων πακιστανικών δυνάμεων στο σαουδαραβικό έδαφος συνδέουν ακόμη πιο άμεσα το Ισλαμαμπάντ με την ασφάλεια της Αραβικής Χερσονήσου.
Για το Πακιστάν, η σχέση με τη Σαουδική Αραβία έχει οικονομική, στρατηγική και αμυντική σημασία. Η συνεργασία προσφέρει διπλωματικά και στρατιωτικά ανταλλάγματα, αλλά συνεπάγεται και σοβαρό ρίσκο: η ανάπτυξη δυνάμεων σε μια περιοχή που βρίσκεται σε παρατεταμένη κρίση μπορεί να μετατρέψει μια συμφωνία αποτροπής σε δέσμευση με απρόβλεπτες συνέπειες.
Το δίλημμα είναι ιδιαίτερα έντονο επειδή το Πακιστάν πρέπει να διαχειριστεί ταυτόχρονα τις σχέσεις του με το Ριάντ, την Τουρκία και το Ιράν, αλλά και τις εσωτερικές του πολιτικές και οικονομικές πιέσεις. Εάν η αντιπαράθεση με τους Χούθι και η σύγκρουση γύρω από το Ιράν κλιμακωθούν, η στρατιωτική παρουσία του Πακιστάν μπορεί να το φέρει αντιμέτωπο με επιχειρησιακές απαιτήσεις και πολιτικές επιλογές πολύ πιο σύνθετες από εκείνες που συνεπάγεται μια διμερής αμυντική συνεργασία.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν το Ισλαμαμπάντ θα καταφέρει να περιορίσει τη συμμετοχή του στην προστασία της Σαουδικής Αραβίας ή εάν θα παρασυρθεί σε μια ευρύτερη περιφερειακή αντιπαράθεση. Η εμπλοκή αυτή μπορεί να ενισχύσει τη θέση του Πακιστάν ως στρατηγικού εταίρου, αλλά ταυτόχρονα απειλεί να περιορίσει τα περιθώρια ουδετερότητας και διπλωματικών ελιγμών του.
Τουρκία: Πηγαίνει και δεν πηγαίνει – Η Άγκυρα ανάμεσα σε δύο στρατόπεδα
Ανάλογο δίλημμα αντιμετωπίζει και η Τουρκία, η οποία επιχειρεί να διατηρήσει τον ρόλο της ως ανερχόμενη περιφερειακή δύναμη χωρίς να εγκλωβιστεί σε μια σύγκρουση που μπορεί να ανατρέψει τις ισορροπίες που η ίδια επιδιώκει να διαμορφώσει. Η Άγκυρα κινείται ανάμεσα στη στρατηγική συνεργασία με το Πακιστάν και τη στενή σχέση της με το Κατάρ, από τη μία πλευρά, και στην ανάγκη να διατηρεί λειτουργικούς διαύλους με τη Σαουδική Αραβία και να αποφεύγει μια ανεξέλεγκτη κλιμάκωση με το Ιράν, από την άλλη.
Η Τουρκία, ουσιαστικά, πηγαίνει και δεν πηγαίνει: θέλει να συμμετέχει στη διαμόρφωση της νέας αρχιτεκτονικής ασφαλείας της Μέσης Ανατολής, αλλά αποφεύγει να αναλάβει δεσμεύσεις που θα την υποχρέωναν να εμπλακεί άμεσα σε έναν πόλεμο με απρόβλεπτη έκβαση. Η αποδυνάμωση του Κατάρ θα μπορούσε να περιορίσει ένα σημαντικό οικονομικό και στρατηγικό στήριγμα της Άγκυρας, ενώ μια βαθύτερη εμπλοκή του Πακιστάν στο πλευρό του Ριάντ θα δημιουργούσε πρόσθετες πιέσεις στις ισορροπίες των σχέσεων μεταξύ των τριών χωρών.
Για την τουρκική ηγεσία, το ζητούμενο είναι να διατηρήσει την επιρροή της χωρίς να πληρώσει το κόστος μιας άμεσης στρατιωτικής εμπλοκής. Όσο, όμως, η κρίση διευρύνεται και οι περιφερειακές συμμαχίες αποκτούν πιο συγκεκριμένο στρατιωτικό περιεχόμενο, τόσο δυσκολότερο γίνεται να παραμένει η Άγκυρα ταυτόχρονα κοντά σε διαφορετικά στρατόπεδα, διατηρώντας όλα τα περιθώρια ελιγμών της.
Μια νέα περιφερειακή ισορροπία χωρίς ασφαλείς νικητές
Η κρίση στον Περσικό Κόλπο δημιουργεί μια νέα γεωπολιτική πραγματικότητα, στην οποία οι απώλειες δεν μετρώνται μόνο σε κατεστραμμένες εγκαταστάσεις και χαμένες εξαγωγές. Μετρούνται επίσης σε μειωμένη διαπραγματευτική ισχύ, εξάρτηση από εξωτερικούς συμμάχους και περιορισμό των επιλογών εξωτερικής πολιτικής.
Τα ΗΑΕ και το Ομάν διαθέτουν συγκριτικά μεγαλύτερες αντοχές. Το Κατάρ βλέπει να πλήττεται ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία της διεθνούς του επιρροής, ενώ το Κουβέιτ και το Μπαχρέιν αντιμετωπίζουν σοβαρές οικονομικές και στρατηγικές πιέσεις. Για τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, η αποδυνάμωση του Κατάρ μπορεί να δημιουργεί έμμεσα πλεονεκτήματα στο περιφερειακό πεδίο, αλλά δεν ισοδυναμεί με εξουδετέρωση της Τουρκίας ή με οριστική ανατροπή των συσχετισμών.
Και για το Πακιστάν, η συμμετοχή στην αμυντική αρχιτεκτονική της Σαουδικής Αραβίας μπορεί να αποδειχθεί δίκοπο μαχαίρι. Για την Τουρκία, αντίστοιχα, η διατήρηση σχέσεων με διαφορετικά κέντρα ισχύος αποτελεί πλεονέκτημα μόνο όσο δεν την υποχρεώνει να επιλέξει πλευρά. Σε μια Μέση Ανατολή όπου οι συμμαχίες γίνονται πιο απαιτητικές και οι θαλάσσιες οδοί παραμένουν ευάλωτες, ακόμη και όσοι εμφανίζονται σήμερα λιγότερο εκτεθειμένοι κινδυνεύουν να βρεθούν αύριο στο επίκεντρο της επόμενης κλιμάκωσης.