Σχεδόν μία δεκαετία μετά την πρώτη εκλογή του, ο Εμανουέλ Μακρόν βρίσκεται αντιμέτωπος με την κρίση που υποσχόταν να αποτρέψει: δημοσιονομικά αδιέξοδα, κοινωνική δυσαρέσκεια, πολιτική παράλυση και ένα κομματικό κέντρο που αποδυναμώνεται, αφήνοντας χώρο στην ακροδεξιά. Η υπόσχεση της ανανέωσης έχει δώσει τη θέση της σε μια δύσκολη μάχη για την οικονομική και πολιτική σταθερότητα της Γαλλίας.
Το 2017, όταν εξελέγη πρόεδρος της Γαλλίας σε ηλικία μόλις 39 ετών, ο Εμανουέλ Μακρόν εμφανιζόταν ως ο μεταρρυθμιστής που θα άλλαζε τη χώρα. Το βιβλίο του, με τίτλο "Révolution", αποτύπωνε ακριβώς αυτή τη φιλοδοξία: να ανανεώσει την οικονομία, να εκσυγχρονίσει το Κράτος και να επαναφέρει τη Γαλλία σε τροχιά ανάπτυξης. Σήμερα, επτά μήνες πριν από την αποχώρησή του από την προεδρία, η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με δημοσιονομική ασφυξία, κοινωνικές κινητοποιήσεις και ένα πολιτικό σύστημα που δυσκολεύεται να παράγει σταθερές λύσεις.
Η αντίθεση αποτυπώθηκε χαρακτηριστικά την προηγούμενη εβδομάδα. Ενώ χιλιάδες μαθητές διαδήλωναν για τον συνωστισμό στις σχολικές αίθουσες, τα προβληματικά σχολικά κτίρια και την έλλειψη εκπαιδευτικών, ο Μακρόν παρακολουθούσε από πλοίο του γαλλικού Πολεμικού Ναυτικού, στα ανοιχτά της Βρετάνης, τη δοκιμαστική εκτόξευση ενός νέου βαλλιστικού πυραύλου από πυρηνοκίνητο υποβρύχιο. Την αντιμετώπιση της κοινωνικής αναταραχής την άφησε στον πρωθυπουργό Σεμπαστιάν Λεκoρνί, σε μια συγκυρία κατά την οποία η απόσταση της προεδρίας από την καθημερινότητα των πολιτών γίνεται ολοένα πιο εμφανής.
Η μεταρρυθμιστική υπόσχεση και το πολιτικό κόστος
Ο Μακρόν ανέλαβε την εξουσία με ένα σαφές οικονομικό σχέδιο: χαμηλότερη φορολογία για τις επιχειρήσεις και τα υψηλά εισοδήματα, μεγαλύτερη ευελιξία στην αγορά εργασίας και αναμόρφωση του συνταξιοδοτικού συστήματος. Στόχος ήταν να ενισχυθεί η επιχειρηματικότητα, να προσελκυσθούν επενδύσεις και να αποκτήσει η γαλλική οικονομία ισχυρότερη αναπτυξιακή δυναμική. Σε ορισμένα πεδία προχώρησε τις αλλαγές που είχε εξαγγείλει. Ωστόσο, η προσπάθεια να περιορίσει τις μακροχρόνιες πιέσεις στα δημόσια οικονομικά αποδείχθηκε πολύ πιο δύσκολη.
Η αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης από τα 62 στα 64 έτη το 2023 προκάλεσε μαζικές αντιδράσεις. Για τους οικονομολόγους, η αλλαγή ήταν κρίσιμη για τη συγκράτηση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Για μεγάλο μέρος της γαλλικής κοινωνίας, όμως, αποτέλεσε σύμβολο μιας μεταρρυθμιστικής πολιτικής που δεν λάμβανε επαρκώς υπόψη τις κοινωνικές αντοχές. Η απώλεια της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας από το στρατόπεδο Μακρόν περιόρισε περαιτέρω τη δυνατότητά του να επιβάλει το πρόγραμμά του, ενώ το 2025 οι βουλευτές ψήφισαν την αναστολή της εφαρμογής της αλλαγής.
Παράλληλα, η κατάργηση του φόρου επί των μεγάλων περιουσιών ενίσχυσε την εικόνα του προέδρου ως εκπροσώπου των εύπορων στρωμάτων. Το προσωνύμιο «πρόεδρος των πλουσίων» έγινε πολιτικό βάρος, ιδίως όταν η άνοδος του κόστους ζωής περιόρισε την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών. Από το 2018 έως το 2020, το κίνημα των «Κίτρινων Γιλέκων», που ξεκίνησε με αφορμή τις τιμές των καυσίμων και διευρύνθηκε σε μια γενικότερη έκφραση κοινωνικής δυσαρέσκειας, ανέδειξε τα όρια της πολιτικής του. Όπως επισημαίνουν αναλυτές που επικαλούνται οι New York Times, η γαλλική κοινωνία, με την ισχυρή παράδοση ισότητας και κοινωνικής προστασίας, εμφανίζει πλέον εντονότερες ανισότητες ανάμεσα στον πλούτο και στην οικονομική ανασφάλεια.
Το βάρος του κράτους και η δημοσιονομική πρόκληση
Η δημοσιονομική πρόκληση είναι ιδιαίτερα σύνθετη, καθώς η Γαλλία διατηρεί ένα από τα μεγαλύτερα συστήματα δημόσιων δαπανών στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το 2025 οι δημόσιες δαπάνες για υγεία, συντάξεις, εκπαίδευση, πολιτισμό και άλλες παροχές αντιστοιχούσαν στο 57,3% του ΑΕΠ, το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ, μετά τη Φινλανδία. Πρόκειται για ένα μοντέλο που προσφέρει εκτεταμένη κοινωνική προστασία, αλλά συνεπάγεται και υψηλές χρηματοδοτικές ανάγκες, οι οποίες γίνονται δυσκολότερο να καλυφθούν όταν η ανάπτυξη υπολείπεται και η πολιτική συναίνεση για μεταρρυθμίσεις εξασθενεί.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας προβλέπεται να φθάσει το 120% του ΑΕΠ το 2027, επίπεδο που θα είναι το τρίτο υψηλότερο στην ΕΕ, μετά την Ελλάδα και την Ιταλία. Η πανδημία και οι διεθνείς αναταράξεις επιβάρυναν τα δημόσια οικονομικά, ενισχύοντας τις πληθωριστικές πιέσεις και αυξάνοντας τις κρατικές ανάγκες στήριξης. Παράλληλα, η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στην αμερικανική προεδρία και η επιδείνωση του ευρωπαϊκού περιβάλλοντος ασφαλείας ενίσχυσαν την πίεση για υψηλότερες αμυντικές δαπάνες και μικρότερη εξάρτηση από τις ΗΠΑ.
Η δημοσιονομική προσαρμογή γίνεται έτσι δυσκολότερη, καθώς η κυβέρνηση καλείται να περιορίσει το έλλειμμα, χωρίς να αποδυναμώσει περαιτέρω την κοινωνική συνοχή.
Η ανησυχία έχει περάσει πλέον και στις αγορές ομολόγων. Οι αποδόσεις των γαλλικών κρατικών τίτλων ξεπέρασαν πρόσκαιρα το 5%, ενισχύοντας τους φόβους για επιδείνωση του κόστους δανεισμού και για μια βαθύτερη κρίση εμπιστοσύνης. Η παρατεταμένη αβεβαιότητα γύρω από τον προϋπολογισμό, οι διαδοχικές αλλαγές πρωθυπουργών και η δυσκολία εξασφάλισης κοινοβουλευτικής στήριξης τροφοδοτούν τις αμφιβολίες των επενδυτών για την πιστοληπτική εικόνα της χώρας. Στο δυσμενέστερο σενάριο, η πίεση θα μπορούσε να οδηγήσει σε επώδυνες περικοπές κοινωνικών παροχών ή να αναζωπυρώσει τη συζήτηση για ενδεχόμενη αδυναμία εξυπηρέτησης του χρέους. Το ενδεχόμενο στήριξης από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, που άλλοτε θα φάνταζε αδιανόητο για τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της ευρωζώνης, έχει ήδη αρχίσει να συζητείται ως ακραίο σενάριο.
Η Ευρώπη, το πολιτικό κέντρο και η σκιά της Λεπέν
Η αποτίμηση της προεδρίας Μακρόν δεν είναι, ωστόσο, μονοδιάστατη. Ακόμη και επικριτές του αναγνωρίζουν ότι συνέβαλε καθοριστικά στην ανάδειξη της ανάγκης για μεγαλύτερη ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία. Η θέση του ότι η Ευρώπη πρέπει να αναλάβει μεγαλύτερη ευθύνη για την ασφάλειά της, αντί να εξαρτάται σε τόσο μεγάλο βαθμό από την αμερικανική προστασία, αντιμετωπιζόταν αρχικά ως υπερβολικά φιλόδοξη. Η στάση της κυβέρνησης Τραμπ απέναντι στο ΝΑΤΟ και στους Ευρωπαίους συμμάχους έχει προσδώσει πλέον μεγαλύτερη βαρύτητα σε αυτή την προσέγγιση. Ο Μακρόν διατήρησε, επομένως, διεθνή παρουσία και επιρροή, ακόμη κι όταν η πολιτική του θέση στο εσωτερικό αποδυναμωνόταν.
Αυτή ακριβώς η αντίθεση αποτελεί ένα από τα βασικά παράδοξα της προεδρίας του. Η διεθνής του δραστηριότητα, η τεχνοκρατική προσέγγιση και το προφίλ του πρώην τραπεζίτη και υπουργού Οικονομίας ενίσχυσαν την εικόνα ενός ηγέτη με ευρωπαϊκό και διεθνές όραμα. Στο εσωτερικό, όμως, συχνά ενίσχυσαν την εντύπωση ότι βρίσκεται μακριά από τις καθημερινές ανησυχίες των πολιτών. Η δημοτικότητά του υποχώρησε στο 15%, σύμφωνα με δημοσκόπηση της Ipsos την περασμένη εβδομάδα, το χαμηλότερο επίπεδο από την ανάληψη των καθηκόντων του.
Καθοριστική για την πολιτική του κληρονομιά υπήρξε και η απόφαση να προκηρύξει πρόωρες βουλευτικές εκλογές το 2024, μετά τη βαριά ήττα του κόμματός του στις ευρωεκλογές. Η κίνηση, που αιφνιδίασε ακόμη και συνεργάτες του, δεν ενίσχυσε την κυβερνητική του θέση. Αντίθετα, περιόρισε περαιτέρω τις κοινοβουλευτικές του δυνάμεις και δυσχέρανε την ψήφιση κρίσιμων μέτρων, την ώρα που τα δημόσια οικονομικά επιδεινώνονταν. Η αδυναμία του να μετατρέψει το κεντρώο πολιτικό εγχείρημά του σε μια σταθερή, αυτοδύναμη παράταξη άφησε το πολιτικό κέντρο ευάλωτο και ενίσχυσε τις πιθανότητες επικράτησης της ακροδεξιάς, με τη Μαρίν Λεπέν να εμφανίζεται πλέον ως πιθανή διεκδικήτρια της προεδρίας στις εκλογές της επόμενης άνοιξης.
Η τελική αποτίμηση της δεκαετούς σχεδόν παρουσίας του Μακρόν στην εξουσία θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο η Γαλλία θα καταφέρει να αποφύγει μια βαθύτερη δημοσιονομική κρίση και να αποκαταστήσει την πολιτική σταθερότητα. Ο επιχειρηματίας Αλέν Μενκ, πρώην στενός σύμβουλός του, συνοψίζει την πορεία του σε δύο διακριτές περιόδους: η πρώτη θητεία ήταν, κατά την εκτίμησή του, «περισσότερο από αξιοπρεπής», ενώ η δεύτερη εξελίχθηκε σε «δράμα».
Για έναν πρόεδρο που εξελέγη υποσχόμενος μια «επανάσταση», το ενδεχόμενο η Γαλλία να χρειαστεί ευρωπαϊκή χρηματοδοτική στήριξη θα αποτελούσε την πιο ηχηρή διάψευση του αρχικού του σχεδίου. Και θα άφηνε ανοιχτό το ερώτημα αν η χώρα μπορεί να διατηρήσει το κοινωνικό της μοντέλο, χωρίς να αναμετρηθεί με τις βαθύτερες αδυναμίες του.