Διεθνή

«Παράθυρο» για εμπλουτισμό ουρανίου στην πυρηνική συμφωνία ΗΠΑ – Σαουδικής Αραβίας


Χαλαρώνει περιορισμούς που θεωρούνταν πρότυπο για τη μη διάδοση των πυρηνικών όπλων

Σε συμφωνία που μπορεί να επιτρέψει στη Σαουδική Αραβία να εμπλουτίζει ουράνιο για την παραγωγή πυρηνικού καυσίμου, προχωρά η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ, ενισχύοντας τη στρατηγική σχέση Ουάσιγκτον–Ριάντ, αλλά και προκαλώντας ανησυχίες για τον κίνδυνο μελλοντικής ανάπτυξης πυρηνικών όπλων.

Η κυβέρνηση Τραμπ αναμένεται να ανακοινώσει σήμερα, Τετάρτη την επίτευξη μιας ευρείας πυρηνικής συμφωνίας με τη Σαουδική Αραβία, η οποία θα μπορούσε να επιτρέψει στο βασίλειο να παράγει μέρος του καυσίμου που χρειάζονται οι πυρηνικοί του αντιδραστήρες. Η εξέλιξη αναμένεται να πυροδοτήσει έντονη συζήτηση στις ΗΠΑ για το κατά πόσο το Ριάντ μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστος εταίρος σε μια τεχνολογία που μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για την παραγωγή πυρηνικών όπλων.

Η συμφωνία αποσκοπεί στην περαιτέρω σύσφιξη σχέσεων μεταξύ των ΗΠΑ και της Σαουδικής Αραβίας, σε μια περίοδο κατά την οποία ο πόλεμος με το Ιράν δοκιμάζει τις σχέσεις στην περιοχή. Η κυβέρνηση Τραμπ εκτιμά επίσης ότι η συμφωνία θα μπορούσε να διοχετεύσει δισεκατομμύρια στην αμερικανική πυρηνική βιομηχανία, με τη Westinghouse, η οποία σχεδιάζει πολλούς από τους αντιδραστήρες που πωλούνται διεθνώς, να βρίσκεται μεταξύ των βασικών ωφελημένων.

Σύμφωνα με δύο Αμερικανούς αξιωματούχους που μίλησαν στους New York Times υπό καθεστώς ανωνυμίας για τις ευαίσθητες διπλωματικές διαπραγματεύσεις, η συμφωνία αναμένεται να υπογραφεί και να ανακοινωθεί επίσημα σήμερα. Η κυβέρνηση θα ενημερώσει στη συνέχεια το Κογκρέσο για τις λεπτομέρειές της.

Οι αντιδράσεις και ο ρόλος του Κογκρέσου

Η συμφωνία πιθανότατα θα έχει τη στήριξη πολλών Ρεπουμπλικανών στο Κογκρέσο. Ωστόσο, βουλευτές και γερουσιαστές και από τα δύο κόμματα, καθώς και Ισραηλινοί αξιωματούχοι, έχουν εκφράσει αντιρρήσεις, φοβούμενοι ότι το Ριάντ θα μπορούσε να αξιοποιήσει ένα πολιτικό πυρηνικό πρόγραμμα ως βάση για την ανάπτυξη πυρηνικών όπλων.

Η συμφωνία, γνωστή ως «Συμφωνία 1-2-3», θα πρέπει να εξεταστεί από το Κογκρέσο. Βάσει του Νόμου περί Ατομικής Ενέργειας, οι Αμερικανοί νομοθέτες έχουν τη δυνατότητα να εγκρίνουν ψήφισμα απόρριψης. Στην πράξη, ωστόσο, η συμφωνία αναμένεται να περάσει, καθώς για να ανατραπεί η πρωτοβουλία του Τραμπ θα απαιτείτο πλειοψηφία ικανή να υπερκεράσει προεδρικό βέτο.

Η συζήτηση, πάντως, αναμένεται ιδιαίτερα έντονη. Για να καταλήξει σε συμφωνία με τον πρίγκιπα διάδοχο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, τον 40χρονο de facto ηγέτη της Σαουδικής Αραβίας, η κυβέρνηση Τραμπ φέρεται να αποδέχθηκε όρους που ενδέχεται να περιορίζουν τη δυνατότητα των διεθνών επιθεωρητών να επισκέπτονται εγκαταστάσεις, τις οποίες θεωρούν πιθανό σημείο εκτροπής πυρηνικού καυσίμου προς στρατιωτικούς σκοπούς.

Το ενδεχόμενο εμπλουτισμού ουρανίου

Η Ουάσιγκτον συμφώνησε επίσης να εξετάσει, από κοινού με τη Σαουδική Αραβία, την οικονομική βιωσιμότητα της εγχώριας παραγωγής πυρηνικού καυσίμου. Μετά την ολοκλήρωση της μελέτης, το Ριάντ ενδέχεται να λάβει το δικαίωμα να εμπλουτίζει ουράνιο ή να επανεπεξεργάζεται πλουτώνιο στο έδαφός του. Πρόκειται για σημαντικές παραχωρήσεις, καθώς και οι δύο τεχνολογίες μπορούν να αποτελέσουν κρίσιμα στάδια στην ανάπτυξη πυρηνικών όπλων. Η συμφωνία με τη Σαουδική Αραβία φαίνεται έτσι να απέχει σημαντικά από το μοντέλο που είχε υιοθετήσει η Ουάσιγκτον με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.

Η αντίστοιχη συμφωνία ΗΠΑ - Εμιράτων, η οποία τέθηκε σε ισχύ το 2009, περιλάμβανε πολύ αυστηρότερους περιορισμούς. Τα Εμιράτα αποδέχθηκαν ενισχυμένες επιθεωρήσεις, υπογράφοντας το λεγόμενο «Πρόσθετο Πρωτόκολλο» με τη Διεθνή Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας, ενώ παραιτήθηκαν οριστικά από το δικαίωμα να παράγουν οι ίδιοι πυρηνικό καύσιμο. Η συμφωνία αυτή θεωρήθηκε το «χρυσό πρότυπο» της μη διάδοσης των πυρηνικών όπλων.

Παρότι η κυβέρνηση Τραμπ αναμένεται να υποστηρίξει ότι η νέα συμφωνία θα περιλαμβάνει άλλους μηχανισμούς περιορισμού —μεταξύ άλλων συνεργασίες με τη Σαουδική Αραβία που θα επιτρέπουν στην Ουάσιγκτον να παρακολουθεί στενά το πυρηνικό πρόγραμμα— η ουσία είναι ότι οι περιορισμοί που είχαν διαπραγματευτεί οι κυβερνήσεις Τζορτζ Μπους και Μπαράκ Ομπάμα χαλαρώνουν.

Από τη συμφωνία με το Ισραήλ στη νέα στρατηγική

Η πυρηνική συνεργασία ΗΠΑ–Σαουδικής Αραβίας συζητείται εδώ και χρόνια. Κατά την προεδρία του Τζο Μπάιντεν, είχε ενταχθεί σε ένα ευρύτερο σχέδιο που θα περιλάμβανε και τη διπλωματική αναγνώριση του Ισραήλ από τη Σαουδική Αραβία.

Η προοπτική αυτή απομακρύνθηκε μετά τις επιθέσεις της Χαμάς στο Ισραήλ στις 7 Οκτωβρίου 2023 και τον πόλεμο που ακολούθησε. Ο Ντόναλντ Τραμπ επέλεξε να αποσυνδέσει την αμερικανοσαουδαραβική πυρηνική συνεργασία από την απαίτηση για αναγνώριση του Ισραήλ.

Η συμφωνία με το Ριάντ αποτελεί, επομένως, μια σημαντική αλλαγή στην αμερικανική πολιτική για την πυρηνική συνεργασία με χώρες της Μέσης Ανατολής. Η συμφωνία με τα Εμιράτα είχε διαμορφωθεί κυρίως επί προεδρίας Τζορτζ Μπους, ολοκληρώθηκε επί Μπαράκ Ομπάμα και τέθηκε σε ισχύ το 2009. Η νέα συμφωνία με τη Σαουδική Αραβία δείχνει ότι η κυβέρνηση Τραμπ είναι διατεθειμένη να αποδεχθεί λιγότερο αυστηρούς περιορισμούς, με αντάλλαγμα βαθύτερους στρατηγικούς και οικονομικούς δεσμούς με το Ριάντ.

Ακολουθήστε το Sofokleousin.gr στο Google News
και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Σχετικά Άρθρα