Μια μυστική επιχείρηση επιθέσεων σε εμπορικά πλοία στα Στενά του Ορμούζ φαίνεται ότι αποτέλεσε το σημείο καμπής που εκτροχίασε τη συμφωνία ειρήνης Ιράν–ΗΠΑ, καθώς σκληροπυρηνικοί κύκλοι του καθεστώτος έδρασαν χωρίς να ενημερώσουν την πολιτική ηγεσία, σύμφωνα με Ιρανούς αξιωματούχους και μέλη των Φρουρών της Επανάστασης.
Στις αρχές Ιουλίου, ο πρόεδρος του Ιράν Μασούντ Πεζεσκιάν βρισκόταν στο Ιράκ, συμμετέχοντας στις πολυήμερες τελετές για τον νεκρό ανώτατο ηγέτη της χώρας, έχοντας μόλις προηγουμένως συμβάλει στην επίτευξη συμφωνίας με την Ουάσιγκτον. Τότε πληροφορήθηκε ότι ιρανικές δυνάμεις είχαν ανοίξει πυρ εναντίον τριών εμπορικών πλοίων στα Στενά του Ορμούζ, προκαλώντας πυρκαγιά σε δεξαμενόπλοιο μεταφοράς υγροποιημένου φυσικού αερίου από το Κατάρ και ζημιές σε άλλα πλοία.
Ο Πεζεσκιάν εξοργίστηκε. Τηλεφώνησε στον στρατηγό Αχμάντ Βαχιντί, επικεφαλής των ισχυρών Φρουρών της Επανάστασης και ζήτησε εξηγήσεις, για μια ενέργεια που θεωρούσε απερίσκεπτη. Ο Βαχιντί, σύμφωνα με πέντε Ιρανούς αξιωματούχους και δύο μέλη των Φρουρών που μίλησαν στους New York Times, του απάντησε ότι ούτε είχε εγκρίνει την επίθεση, ούτε είχε ενημερωθεί εκ των προτέρων. Στο σκοτάδι φέρεται να βρισκόταν και το Ανώτατο Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας, ο θεσμός που διαδραματίζει κεντρικό ρόλο τόσο στον πόλεμο όσο και στις διαπραγματεύσεις.
Η επιχείρηση που άλλαξε την πορεία της σύγκρουσης
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ των New York Times, οι έρευνες που ακολούθησαν οδήγησαν σε έναν σκληροπυρηνικό κύκλο γύρω από τον κληρικό Χοσεΐν Ταέμπ, ισχυρό παράγοντα των υπηρεσιών ασφαλείας, ο οποίος εξαρχής αντιτασσόταν στη συμφωνία με τις ΗΠΑ. Ο Ταέμπ φέρεται να υποστήριζε ενώπιον του νέου ανώτατου ηγέτη, Αγιατολάχ Μοτζταμπά Χαμενεΐ, ότι η Τεχεράνη έκανε λάθος όταν συμφώνησε να τερματίσει τις εχθροπραξίες.
Ο Ταέμπ είχε προηγουμένως ηγηθεί για περισσότερα από 20 χρόνια της υπηρεσίας πληροφοριών των Φρουρών της Επανάστασης, προτού απομακρυνθεί το 2022 από τον τότε ανώτατο ηγέτη Αλί Χαμενεΐ, μετά από αποτυχίες που περιλάμβαναν διείσδυση ισραηλινών πρακτόρων στις τάξεις των Φρουρών και μια αποτυχημένη επιχείρηση στην Τουρκία. Μετά τον θάνατο του Αλί Χαμενεΐ στην αρχή του πολέμου, ο Ταέμπ επανεμφανίστηκε στο προσκήνιο και, σύμφωνα με Ιρανούς αξιωματούχους, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην επιλογή του γιου του ως διαδόχου. Ο Μοτζταμπά Χαμενεΐ τον διόρισε πρόσφατα επικεφαλής της πολιτοφυλακής Μπασίτζ, η οποία έχει ως βασική αποστολή την καταστολή εσωτερικών αντιδράσεων.
Η εκδοχή που διατυπώνεται από πηγές με γνώση των γεγονότων, είναι ότι οι επιθέσεις στα πλοία δεν ήταν απλώς μια ανεξέλεγκτη στρατιωτική ενέργεια, αλλά σχεδιάστηκαν για να υπονομεύσουν τη συμφωνία με τον Ντόναλντ Τραμπ και να ακυρώσουν τις προοπτικές νέων διαπραγματεύσεων. Όταν ο Πεζεσκιάν ζήτησε να μάθει ποιος έδωσε την εντολή, του μεταφέρθηκε ότι διοικητές στο πεδίο είχαν ενεργήσει αυτοβούλως, αξιοποιώντας μια εντολή που τους επέτρεπε να πλήττουν πλοία, τα οποία θεωρούσαν ότι παραβίαζαν τον ιρανικό έλεγχο των Στενών, χωρίς να περιμένουν έγκριση από την κεντρική διοίκηση.
Ενδεικτικό της σύγχυσης ήταν ότι το αρχηγείο Χατάμ αλ-Ανμπίγια των Φρουρών της Επανάστασης δεν ανέλαβε ποτέ επίσημα την ευθύνη για την επίθεση της 7ης Ιουλίου, σε αντίθεση με την πρακτική που είχε ακολουθηθεί σε άλλες επιθέσεις. Την ίδια ώρα, η ιρανική διπλωματία προσπάθησε να περιορίσει τις συνέπειες. Ο υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί ταξίδεψε στο Ομάν, έναν από τους βασικούς μεσολαβητές μεταξύ Τεχεράνης και Ουάσιγκτον, σε μια προσπάθεια αποκλιμάκωσης.
Η αμερικανική απάντηση, όμως, ήρθε σχεδόν αμέσως. Ενώ οι τελετές για τον νεκρό ανώτατο ηγέτη βρίσκονταν ακόμη σε εξέλιξη, οι ΗΠΑ εξαπέλυσαν αεροπορικά πλήγματα στο Ιράν. Η συμφωνία κατέρρευσε και οι δύο χώρες επέστρεψαν στον πόλεμο.
Ο «φαντομάς» στην κορυφή της εξουσίας
Το πρόβλημα για την ιρανική ηγεσία ήταν ότι ο μόνος άνθρωπος που διαθέτει την τελική θεσμική εξουσία για να επιλύσει τέτοιες συγκρούσεις, ο νέος ανώτατος ηγέτης Μοτζταμπά Χαμενεΐ, παραμένει ουσιαστικά απών από το δημόσιο προσκήνιο. Από την ανάληψη των καθηκόντων του τον Μάρτιο δεν έχει εμφανιστεί δημόσια, ούτε έχει ακουστεί η φωνή του. Η κατάσταση αυτή έχει τροφοδοτήσει εικασίες για την υγεία του, τη διανοητική του κατάσταση, την ασφάλειά του, αλλά και το κατά πόσο συμμετέχει πραγματικά στη λήψη αποφάσεων.
Ακόμη και η αυθεντικότητα γραπτών μηνυμάτων και δηλώσεων που αποδίδονται στον ανώτατο ηγέτη έχει αμφισβητηθεί, σύμφωνα με Ιρανούς αξιωματούχους, ενώ ο ίδιος ο Πεζεσκιάν φέρεται να έχει εκφράσει αμφιβολίες. Σε μια από τις δηλώσεις που αποδόθηκαν στον Χαμενεΐ μετά τη συμφωνία, αναφερόταν ότι την είχε εγκρίνει επειδή είχε τη στήριξη του προέδρου και της πλειοψηφίας του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας, αλλά ότι ο ίδιος διαφωνούσε «επί της αρχής». Η συγκεκριμένη διατύπωση έγινε έκτοτε βασικό επιχείρημα των σκληροπυρηνικών εναντίον της συμφωνίας.
Ο Πεζεσκιάν φέρεται να συναντήθηκε με τον ανώτατο ηγέτη τον Μάιο, αλλά οι συνθήκες της συνάντησης ήταν ασυνήθιστες. Σύμφωνα με δύο Ιρανούς αξιωματούχους και έναν πρώην αξιωματούχο, ο πρόεδρος μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο με καλυμμένα παράθυρα, ενώ είχε δημιουργηθεί ασφαλής σύνδεση μέσω βίντεο. Ένα πρόσωπο που εμφανίστηκε στην οθόνη ως ενδιάμεσος του Χαμενεΐ φέρεται να μετέφερε τα μηνύματα μεταξύ των δύο ανδρών. Ο Πεζεσκιάν εκμυστηρεύτηκε σε στενό συνεργάτη του, ότι δεν ήταν βέβαιος πως πράγματι επικοινωνούσε με τον ανώτατο ηγέτη.
Δύο στρατηγικές και μια οικονομία στα όρια
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ιρανική ηγεσία συζητούσε επί εβδομάδες δύο διαφορετικές στρατηγικές για να σπάσει το αδιέξοδο με τις ΗΠΑ. Η πρώτη ήταν η επιστροφή στις διαπραγματεύσεις. Η δεύτερη προέβλεπε κλιμάκωση των επιθέσεων εναντίον αμερικανικών στόχων, με πλήγματα σε πολεμικά πλοία, επιθέσεις εναντίον Αμερικανών στρατιωτών και προσπάθεια να αυξηθούν οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου.
Κοινός στόχος και των δύο επιλογών ήταν η άρση του αμερικανικού ναυτικού αποκλεισμού στα νότια ιρανικά λιμάνια, ο οποίος έχει παραλύσει το εμπόριο και, σύμφωνα με Ιρανούς αξιωματούχους, έχει μηδενίσει τις εξαγωγές πετρελαίου. Η οικονομική κατάσταση της χώρας επιδεινώνεται ραγδαία, με το νόμισμα να υποχωρεί καθημερινά, τον πληθωρισμό να εκτοξεύεται και την κυβέρνηση να αντιμετωπίζει σοβαρό έλλειμμα ρευστότητας.
Οι σκληροπυρηνικοί στρατηγοί, μεταξύ των οποίων ο ταξίαρχος Σεγιέντ Ματζίντ Μουσαβί, επικεφαλής της Αεροδιαστημικής Δύναμης των Φρουρών της Επανάστασης, τάχθηκαν υπέρ της σύγκρουσης. Σύμφωνα με αξιωματούχους και μέλη των Φρουρών, παρουσίασαν στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας ένα λεπτομερές σχέδιο πολέμου, στο οποίο προβλεπόταν εντατικοποίηση των επιθέσεων όχι μόνο από το Ιράν, αλλά και από συμμαχικές ένοπλες οργανώσεις, κυρίως τους Χούθι στην Υεμένη και σιιτικές ένοπλες ομάδες στο Ιράκ.
Στόχος θα ήταν να πληγούν αμερικανικά συμφέροντα, αλλά και ενεργειακές εγκαταστάσεις στην περιοχή, διευρύνοντας τον πόλεμο και αυξάνοντας το οικονομικό και στρατιωτικό κόστος για τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους. Ο Πεζεσκιάν και ο πρόεδρος του ιρανικού Κοινοβουλίου και βασικός διαπραγματευτής με την Ουάσιγκτον, Μοχαμάντ Μπαγέρ Γκαλιμπάφ, προειδοποίησαν ότι μια τέτοια στρατηγική θα μπορούσε να οδηγήσει το Ιράν στην άβυσσο, προκαλώντας ακόμη σφοδρότερα αμερικανικά πλήγματα και βαθύτερη οικονομική ασφυξία.
Μέχρι το προηγούμενο Σάββατο, όμως, οι σκληροπυρηνικοί φαίνεται ότι είχαν επικρατήσει. Οι εσωτερικές συγκρούσεις που ακολούθησαν την επίθεση στα πλοία ήταν από τις πιο έντονες των τελευταίων ετών, με φωνές, απειλές παραίτησης ανώτατων στρατηγών και αλληλοκατηγορίες για προδοσία. Οι εξελίξεις συνέβαλαν, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, στην αναδιάταξη του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας και στην επιλογή του στρατηγού Μοχσέν Ρεζαΐ, πρώην επικεφαλής των Φρουρών και έμπειρου πολιτικού, για την ηγεσία του, με την προσδοκία ότι θα μπορούσε να λειτουργήσει ως διαμεσολαβητής μεταξύ των αντίπαλων στρατοπέδων.
Οι διαφωνίες, ωστόσο, παραμένουν και οι δυνάμεις που τάσσονται υπέρ της κλιμάκωσης έχουν ενισχύσει τη θέση τους. Την τελευταία εβδομάδα Ιράν και ΗΠΑ αντάλλαξαν νέα πλήγματα, με την Τεχεράνη να στοχεύει επανειλημμένα αμερικανικά πολεμικά πλοία —για πρώτη φορά σε τέτοια κλίμακα— και την Ουάσιγκτον να καταστρέφει τουλάχιστον οκτώ ιρανικά δεξαμενόπλοια. Η σύγκρουση, επομένως, δεν εξελίσσεται πλέον μόνο ως αντιπαράθεση δύο κρατών, αλλά και ως εσωτερική μάχη για το ποιος θα καθορίσει την επόμενη στρατηγική του Ιράν.
Το ερώτημα που αφήνει το ρεπορτάζ, είναι αν η συμφωνία με τις ΗΠΑ χάθηκε εξαιτίας μιας μεμονωμένης στρατιωτικής πρωτοβουλίας ή αν η επίθεση στα Στενά του Ορμούζ αποτέλεσε την έκφραση μιας βαθύτερης μάχης εξουσίας μέσα στο ίδιο το ιρανικό καθεστώς. Οι πληροφορίες από το εσωτερικό της ηγεσίας δείχνουν προς το δεύτερο: μια χώρα που βρίσκεται υπό οικονομική πίεση και στρατιωτικό αποκλεισμό, καλείται να αποφασίσει αν θα επιχειρήσει έξοδο μέσω διαπραγμάτευσης ή αν θα αυξήσει το κόστος της σύγκρουσης, με τον κίνδυνο να βρεθεί ακόμη βαθύτερα απομονωμένη.
Photo by Hossein Nasr on Unsplash