Η κυβέρνηση των ΗΠΑ ασκεί πίεση από τον Σεπτέμβριο προκειμένου να ξαναρχίσουν το ταχύτερο δυνατόν οι εξαγωγές φυσικού αερίου από τη Ρωσία στην Ευρώπη, μέσω αγωγών που διέρχονται από την Ουκρανία, στο πλαίσιο των συνομιλιών με σκοπό να εξασφαλιστεί κατάπαυση του πυρός ως προς τις ενεργειακές εγκαταστάσεις των δυο εμπόλεμων κρατών, ανέφερε χθες Κυριακή η Wall Street Journal, επικαλούμενη πηγές της στην ομάδα του αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, στις κυβερνήσεις κρατών μελών της ΕΕ και της Ουκρανίας.
Κατά τις πληροφορίες της εφημερίδας, η ιδέα, που εισηγούνται οι αμερικανοί απεσταλμένοι Τζάρεντ Κούσνερ και Στιβ Γουίτκοφ, προβλέπει ότι οι πωλήσεις θα γίνονται μέσω αμερικανικής ενδιάμεσης εταιρείας, για να παρακάμπτονται ευρωπαϊκές κυρώσεις σε ισχύ, δημιουργώντας ταυτόχρονα δυνητικά πολύ κερδοφόρα ευκαιρία για αμερικανούς επενδυτές.
Σύμφωνα με την αμερικανική εφημερίδα, η οποία επικαλείται πηγές από την ομάδα του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, κυβερνήσεις κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την ουκρανική πλευρά, η Ουάσιγκτον επιδιώκει να εντάξει την επανεκκίνηση των ροών φυσικού αερίου σε μια ευρύτερη συμφωνία αποκλιμάκωσης της σύγκρουσης. Η πρόταση φέρεται να προωθείται από τους Αμερικανούς απεσταλμένους Τζάρεντ Κούσνερ και Στιβ Γουίτκοφ, οι οποίοι αναζητούν τρόπους για να συνδυαστεί μια ενεργειακή συμφωνία με τις προσπάθειες επίτευξης εκεχειρίας.
Το σχέδιο προβλέπει ότι οι πωλήσεις ρωσικού φυσικού αερίου προς την Ευρώπη δεν θα πραγματοποιούνται απευθείας από ρωσικές εταιρείες, αλλά μέσω αμερικανικής ενδιάμεσης εταιρείας. Με αυτόν τον τρόπο, σύμφωνα με τις πληροφορίες της Wall Street Journal, η αμερικανική πλευρά επιχειρεί να παρακάμψει τα εμπόδια που δημιουργούν οι ευρωπαϊκές κυρώσεις σε βάρος της Ρωσίας, διαμορφώνοντας παράλληλα ένα επιχειρηματικό μοντέλο που θα μπορούσε να αποφέρει σημαντικά κέρδη σε Αμερικανούς επενδυτές.
Η συγκεκριμένη πρόταση αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς η Ευρώπη έχει προχωρήσει τα τελευταία χρόνια σε εκτεταμένη αναδιάρθρωση του ενεργειακού της εφοδιασμού, περιορίζοντας δραστικά την εξάρτησή της από το ρωσικό φυσικό αέριο μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022. Η διακοπή των παραδοσιακών ενεργειακών ροών και η αναζήτηση εναλλακτικών προμηθευτών οδήγησαν τις ευρωπαϊκές χώρες σε αυξημένες εισαγωγές υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), κυρίως από τις ΗΠΑ, αλλά και σε ενίσχυση των προμηθειών από τη Νορβηγία και άλλες χώρες.
Η επαναφορά του ρωσικού φυσικού αερίου μέσω της ουκρανικής διαδρομής θα συνιστούσε, επομένως, μια σημαντική εξέλιξη για την ευρωπαϊκή ενεργειακή αγορά. Θα δημιουργούσε νέα δεδομένα για τον ανταγωνισμό μεταξύ των προμηθευτών, τις τιμές του φυσικού αερίου και τη θέση των αμερικανικών εταιρειών στην ευρωπαϊκή αγορά. Ταυτόχρονα, θα έθετε εκ νέου στο προσκήνιο το ζήτημα της ενεργειακής ασφάλειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κινδύνων που συνεπάγεται η επιστροφή σε προμήθειες από τη Ρωσία.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο ρόλος που προβλέπεται να αναλάβουν οι ΗΠΑ. Η διαμεσολάβηση αμερικανικής εταιρείας στις συναλλαγές θα μπορούσε να επιτρέψει στην Ουάσιγκτον να αποκτήσει εμπορική παρουσία σε μια αγορά από την οποία είχε επωφεληθεί σημαντικά μετά το 2022, αυξάνοντας τις εξαγωγές αμερικανικού LNG προς την Ευρώπη. Παράλληλα, θα δημιουργούσε μια νέα πηγή εσόδων για αμερικανικά επενδυτικά και ενεργειακά συμφέροντα, καθώς οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να διαδραματίσουν ρόλο όχι μόνο ως προμηθευτής, αλλά και ως ενδιάμεσος στις εμπορικές συναλλαγές ρωσικού αερίου.
Ωστόσο, η υλοποίηση ενός τέτοιου σχεδίου δεν είναι δεδομένη. Θα πρέπει να αντιμετωπιστούν σημαντικά πολιτικά, νομικά και γεωπολιτικά εμπόδια, καθώς η επανέναρξη των ρωσικών εξαγωγών προς την Ευρώπη συνδέεται άμεσα με το υφιστάμενο καθεστώς κυρώσεων, τις αποφάσεις των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων και τη στάση της Ουκρανίας. Επιπλέον, παραμένει κρίσιμο το κατά πόσο μια συμφωνία για την προστασία των ενεργειακών εγκαταστάσεων θα μπορούσε να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για την ασφαλή επαναλειτουργία των αγωγών.