Μια εντυπωσιακή, ίσως πρωτοφανή αύξηση καταγράφει ο κύκλος εργασιών των σούπερ μάρκετ στην Ελλάδα τη διετία 2025 - 2026, ανατρέποντας την εικόνα ενός κλάδου που ιστορικά χαρακτηρίζεται από αργούς ρυθμούς ανάπτυξης. Τα ταμεία του οργανωμένου λιανεμπορίου τροφίμων γεμίζουν με ταχείς ρυθμούς, και η προβολή των στοιχείων για το τρέχον έτος παραπέμπει σε αριθμούς ρεκόρ.
Εάν το β' εξάμηνο του 2026 κινηθεί με ανάλογες επιδόσεις με αυτές του πρώτου μισού του έτους –κάτι που θεωρείται μάλλον βέβαιο, και στην πραγματικότητα αναμένεται να είναι ακόμα καλύτερες, καθώς το β' εξάμηνο περιλαμβάνει την «καρδιά» της υψηλής τουριστικής περιόδου– τα σούπερ μάρκετ εκτιμάται ότι θα κλείσουν το 2026 με συνολικό τζίρο της τάξης των 17,8 δισ. ευρώ ή και μεγαλύτερο. Αυτό μεταφράζεται σε 2,6 δισ. ευρώ αύξηση πάνω από τα επίπεδα του 2024, δηλαδή περίπου κατά 17% μέσα σε μόλις μία διετία.
Το μυστικό της ανόδου: Ο τουρισμός και το μοντέλο του Airbnb
Το πιο σημαντικό ίσως εύρημα, το οποίο εξηγεί αυτή την εντυπωσιακή πορεία, είναι ότι το «φούσκωμα» του τζίρου δεν οφείλεται στις αυξήσεις των τιμών. Στην πραγματικότητα, οι ανατιμήσεις διατηρούνται σε σχετικά χαμηλά επίπεδα. Η έκρηξη εσόδων πηγάζει από την αισθητή αύξηση του όγκου πωλήσεων.
Αυτή η αύξηση της κατανάλωσης σε όγκο αποδίδεται άμεσα στις αλλαγές του τουριστικού μοντέλου της Ελλάδας. Όλο και περισσότεροι επισκέπτες επιλέγουν πλέον να διαμείνουν σε καταλύματα βραχυχρόνιας μίσθωσης (όπως τα Airbnb). Οι τουρίστες αυτοί, έχοντας πρόσβαση σε κουζίνα, καλύπτουν πλέον ένα πολύ μεγάλο μέρος των καθημερινών αναγκών για τη διατροφή τους μέσα από αγορές στα τοπικά σούπερ μάρκετ, υποκαθιστώντας σε σημαντικό βαθμό τις δαπάνες που παραδοσιακά κατευθύνονταν στα καταστήματα εστίασης.
Τι δείχνουν τα στοιχεία του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Πειραιά
Σύμφωνα με τα δεδομένα που παρουσιάζει το Εμπορικό & Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιώς (ΕΒΕΠ), η πορεία των βασικών μεγεθών του οργανωμένου λιανεμπορίου αποτυπώνεται ως εξής:
- Συνολικός τζίρος: Το 2024 έκλεισε στα 15,16 δισ. ευρώ, ενώ το 2025 ο τζίρος εκτινάχθηκε στα 16,24 δισ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 7,1%. Για το α' εξάμηνο του 2026, εκτιμάται ότι ο τζίρος διαμορφώνεται ήδη στα 8,7 - 8,9 δισ. ευρώ, καταγράφοντας άνοδο 7% έως 8% έναντι του αντίστοιχου εξαμήνου του 2025.
- Όγκος πωλήσεων: Η πραγματική κατανάλωση αυξήθηκε κατά 2,4% το 2024 και επιταχύνθηκε στο +4,2% το 2025. Για το α' εξάμηνο του 2026, η αύξηση του όγκου πωλήσεων υπολογίζεται μεταξύ +4% και +5%.
- Μέση αύξηση τιμών: Παρέμεινε σε χαμηλά επίπεδα, στο +1,4% το 2024 και στο +1,7% το 2025. Για το πρώτο μισό του 2026, κινείται μεταξύ +2,0% και +2,5%. Έτσι, γίνεται σαφές ότι κατά το μεγαλύτερο μέρος της η αύξηση του τζίρου οφείλεται στην αύξηση του όγκου των πωλήσεων και όχι στην αύξηση τιμών.
- Καταναλωτικές συνήθειες: Τα ταχυκίνητα καταναλωτικά αγαθά (FMCG) διατηρούν τη μερίδα του λέοντος στις πωλήσεις, αποτελώντας το 74% του τζίρου το 2024 και το 75% τόσο το 2025 όσο και το 2026. Την ίδια στιγμή, το μερίδιο των προϊόντων Ιδιωτικής Ετικέτας (Private Label) παρουσιάζει αύξηση: από 26,8% το 2024, πήγε στο 27,3% το 2025 και αγγίζει το 28% στο α' εξάμηνο του 2026.
- Σταθερότητα ζήτησης: Όπως σημειώνει το ΕΒΕΠ, η ζήτηση παραμένει σταθερή καθώς τα τρόφιμα αποτελούν την πρώτη προτεραιότητα για τα νοικοκυριά, με τα σούπερ μάρκετ να διαδραματίζουν κοινωνικό ρόλο στην εξασφάλιση επάρκειας, ποιότητας και σταθερότητας.
Μηχανές είσπραξης ΦΠΑ τα σούπερ μάρκετ
Η ραγδαία αυτή ανάπτυξη του λιανεμπορίου τροφίμων μεταφράζεται σε τεράστια οφέλη για τα κρατικά ταμεία. Όπως αναλύεται στα στοιχεία του ΕΒΕΠ, ο κλάδος των σούπερ μάρκετ συνεισφέρει πλέον περίπου το 1/4 (25%) των συνολικών εσόδων του κράτους από τον ΦΠΑ, με τον μέσο σταθμισμένο συντελεστή για τα προϊόντα αυτά να κυμαίνεται στο 11% - 12% (13% για τρόφιμα & ποτά και 24% & 0% για λοιπά είδη).
Αναλυτικά, η εκτιμώμενη είσπραξη ΦΠΑ από τον κλάδο έχει ως εξής:
- Το 2024 κυμάνθηκε από 1,65 έως 1,75 δισ. ευρώ.
- Το 2025 αυξήθηκε σε 1,80 έως 1,90 δισ. ευρώ.
- Για το α' εξάμηνο του 2026 υπολογίζεται στα 0,95 έως 1,02 δισ. ευρώ, παρουσιάζοντας αύξηση κατά 70 έως 100 εκατ. ευρώ σε σύγκριση με το αντίστοιχο διάστημα του προηγούμενου έτους.