Με Άποψη

Η Αμερική επιστρέφει, τελειώνει το παιχνίδι του Ερντογάν


Πώς αποθρασύνθηκε η Άγκυρα, ποιο σκληρό δίλημμα είναι αποφασισμένος να θέσει ο Μπάιντεν στον Τούρκο πρόεδρο

Η αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων εκ μέρους του Αμερικανού προέδρου, Τζο Μπάιντεν, δεν ήταν μόνο μια δίκαιη πράξη αναγνώρισης της ιστορικής αλήθειας για την πρώτη γενοκτονία του 20ου αιώνα. Είναι μια πολιτική και διπλωματική κίνηση ύψιστης σημασίας, που σηματοδοτεί το τέλος της πολιτικής κατευνασμού του ισλαμοεθνικιστικού καθεστώς του Ερντογάν από τη Δύση και δηλώνει τη βούληση της Ουάσιγκτον να θέσει, επιτέλους, φραγμούς σε ένα καθεστώς που υπονομεύει την Ατλαντική Συμμαχία και την περιφερειακή σταθερότητα.

Του Βασίλη Τζήμα

Ο Μπάιντεν έδειξε συνέπεια στις αρχές του και αγνόησε όλες τις απειλές της Άγκυρας, οι οποίες επί δεκαετίες ανάγκαζαν Αμερικανούς προέδρους να μην προχωρήσουν σε αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων. Αποδείχθηκε ήδη ότι ήταν απειλές κενές περιεχομένου: πέρα από επιθετικές δηλώσεις, το καθεστώς Ερντογάν δεν τόλμησε να αποσυρθεί από το NATO ή να κλείσει τη βάση του Ιντσιρλίκ.

Το πεδίο θα ξεκαθαρίσει στη συνάντηση Μπάιντεν-Ερντογάν που προγραμματίζεται να γίνει προσεχώς. Ο Τούρκος δικτάτορας θα βρεθεί μπροστά σε σκληρά διλήμματα. Θα κληθεί να ξεκαθαρίσει αν βλέπει την Τουρκία ως πραγματικό σύμμαχο της Δύσης και υποστηρικτή της περιφερειακής σταθερότητας, ή αν θα συνεχίσει να κοιτάζει προς τη Ρωσία, το Ιράν και το ακραίο Ισλάμ και να εκδηλώνει τυχοδιωκτικές επεκτατικές διαθέσεις.

Στη δεύτερη περίπτωση, είναι προφανές πλέον ότι το κόστος που θα πληρώσουν η Τουρκία και το καθεστώς Ερντογάν θα είναι πολύ υψηλό, καθώς η περίοδος του κατευνασμού τελείωσε όταν αποχώρησε ο Ντόναλντ Τραμπ από τον Λευκό Οίκο.

Η Τουρκία του Ερντογάν εξελίχθηκε σε μια άκρως επικίνδυνη δύναμη για το διεθνές σύστημα, ιδιαίτερα μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016, που αποτέλεσε «θείο δώρο» για τον Ερντογάν, όπως ο ίδιος έχει παραδεχθεί, αφού του επέτρεψε να εκκαθαρίσει το κράτος και το στρατό από τους κεμαλιστές και να ελέγξει απόλυτα την εξουσία. Με σημείο εκκίνησης το πραξικόπημα του καλοκαιριού 2016, ο Ερντογάν έστησε, σε αγαστή συνεργασία με τους Γκρίζους Λύκους του Μπαχτσελί, ένα ισλαμοεθνικιστικό ιδεολογικό οικοδόμημα, δηλώνοντας πλέον με τον πιο καθαρό τρόπο ότι η σημερινή Τουρκία είναι ένα κράτος με επεκτατικές διαθέσεις, που θέλει να αναγνωρισθεί ως μία από τις μεγάλες διεθνείς δυνάμεις.

Αυτή την φορά, υπάρχει μια Τουρκία που δεν αρκείται μόνο να προστατεύει ό,τι έχει. Είναι αποφασισμένη να πάρει τη θέση που της αξίζει στη νέα, παγκόσμια και οικονομική τάξη.

Αυτή ήταν η φράση του Τ. Ερντογάν, από την ομιλία του στο πρόσφατο συνέδριο του κόμματός του, όπου περιέγραψε το όραμά του για τη «Μεγάλη Τουρκία του 2023». Μια φράση, που σκιαγραφεί το μεγαλοϊδεατικό όραμα του Ερντογάν για μια νέα αυτοκρατορία, που θα φέρει τα μεγαλεία των Σελτζούκων και των Οθωμανών στον 21ο αιώνα, ενσωματώνοντας και τον επιθετικό εθνικισμό των Γκρίζων Λύκων.

Τουρκική επιθετικότητα σε πολλά πεδία

Η επιθετικότητα και επεκτατικότητα της Τουρκίας του Ερντογάν εκδηλώνεται πλέον με κάθε τρόπο και σε μια πρωτοφανώς διευρυμένη γεωγραφική περιοχή, από τη Σομαλία ως τον Καύκασο. Η Τουρκία προσπαθεί να χρησιμοποιήσει τη στρατιωτική της ισχύ για να επιβάλει το δόγμα της Γαλάζιας Πατρίδας στην Αν. Μεσόγειο και να υφαρπάξει παράνομα ενεργειακούς πόρους που δεν της ανήκουν, σύμφωνα με το Δίκαιο της Θάλασσας, το οποίο δεν αναγνωρίζει.

  • Χρησιμοποιεί τη στρατιωτική ισχύ της και τις πολιτοφυλακές ισλαμιστών που οργανώνονται από τη MIT, για να «βάλει πόδι» στη Συρία και τη Λιβύη, αλλά και στον Καύκασο, μέσω της υποστήριξης των Αζέρων έναντι των Αρμενίων στον πόλεμο για το Ναγκόρνο Καραμπάχ.
  • Διατηρεί στρατιωτικές βάσεις στο Κατάρ και τη Σομαλία, δηλαδή σε περιοχές στρατηγικής σημασίας για τη διακίνηση πετρελαίου και το διεθνές θαλάσσιο εμπόριο.
  • Επιχείρησε να εκμεταλλευθεί διπλωματικά την εξαιρετικά ύποπτη έκρηξη στη Βηρυτό για να επεκτείνει την επιρροή της στον Λίβανο, αλλά ήταν άμεση η αντίδραση του Γάλλου προέδρου Μακρόν και ακυρώθηκαν αυτές οι φιλοδοξίες.

Στην Κύπρο, ο τουρκικός τυχοδιωκτισμός και επεκτατισμός παίρνει νέα μορφή: όχι μόνο η Τουρκία αντιτάσσεται ανοικτά στην επανένωση και διεκδικεί διεθνή αναγνώριση του ψευδοκράτους, αλλά έφθασε στο σημείο, όταν άνοιξε τα Βαρώσια, τον περασμένο Οκτώβριο, να προσπαθήσει να «λύσει το Κυπριακό» μέσα από προσωπικές συμφωνίες με τον Τραμπ και τον Πούτιν.

Εκείνη την περίοδο, ο Ερντογάν πρόσφερε στους δύο προέδρους μεγάλα επιχειρηματικά deal στη Βόρεια Κύπρο για τους ίδιους και τα συμφέροντά τους, ζητώντας ως αντάλλαγμα την αναγνώριση του ψευδοκράτους. Πρόσφερε ουσιαστικά ένα κράτος-παράδεισο για τον Τραμπ, τον Πούτιν και τα επιχειρηματικά συμφέροντα που συνδέονται μαζί τους, για να επενδύσουν κεφάλαια κάθε προέλευσης σε ξενοδοχεία και καζίνα.

Ταυτόχρονα, σε συνεργασία με τους συμμάχους του στο Κατάρ, ο Ερντογάν ενορχήστρωσε και μια πρωτοφανή επίθεση με δημοσιεύματα του Al Jazeera εναντίον του προέδρου της Βουλής της Κύπρου, σε μια προσπάθεια να δυσφημίσει διεθνώς και να αποσταθεροποιήσει πολιτικά την Κυπριακή Δημοκρατία, με μεθόδους υβριδικού πολέμου που διδάσκονται από τη Ρωσία.

Ο Ερντογάν ήταν πεπεισμένος ότι ο Τραμπ θα κέρδιζε δεύτερη θητεία στον Λευκό Οίκο, αλλά η προσδοκία του διαψεύσθηκε και τα σχέδια για τη Βόρεια Κύπρο έμειναν στα χαρτιά.

Έναντι της Ελλάδας, εκτός από τον καθημερινό «πόλεμο νεύρων» στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο και τις προσπάθειες για έρευνες υδρογονανθράκων με συνοδεία κανονιοφόρων, η Τουρκία χρησιμοποιεί συνεχώς και χωρίς προσχήματα πλέον τους ατυχείς πρόσφυγες και μετανάστες σε έναν ιδιότυπο «πόλεμο φθοράς» και άσκησης εκβιαστικών πιέσεων στην Ευρώπη για περισσότερα χρήματα, προκειμένου να κρατά στα εδάφη της τους πρόσφυγες και μετανάστες.

Το αστυνομικό κράτος του Ερντογάν, που ελέγχει τα πάντα στη χώρα, μέχρι ένα χρονικό σημείο ισχυριζόταν ότι οι πρόσφυγες έφευγαν μόνοι τους από τα τουρκικά παράλια για να φθάσουν στην Ελλάδα. Το τελευταίο διάστημα, οι μάσκες έπεσαν και είδαμε πρόσφυγες σε φουσκωτά να κινούνται προς τα ελληνικά νησιά με συνοδεία τουρκικών σκαφών και μη επανδρωμένων αεροσκαφών.

Η σθεναρή στάση της Ελλάδας, ήδη από τον Μάρτιο του 2020, όταν έγινε η πρώτη προσπάθεια του Ερντογάν να μετατρέψει τους πρόσφυγες σε «όπλα» στον Έβρο, έχει αποδυναμώσει αυτό το εργαλείο πολιτικής της Τουρκίας. Ομως σε καμία περίπτωση οι κίνδυνοι δεν έχουν εξαλειφθεί.

Τραμπ, Μέρκελ και Πούτιν αποθράσυναν τον Ερντογάν

Δυστυχώς, την επιθετικότητα του καθεστώτος Ερντογάν εξέθρεψαν δύο ηγέτες της Δύσης: ο Ντόναλντ Τραμπ και η Άνγκελα Μέρκελ:

  • Ο Τραμπ έγινε ξεδιάντροπος υποστηρικτής του Τούρκου αυταρχικού ηγέτη, όχι μόνο επειδή, όπως είναι γνωστό, είχε μια προσωπική αδυναμία στους δικτάτορες και ζήλευε την εξουσία που ασκούν ανεξέλεγκτα. Υπάρχουν πολλές ενδείξεις ότι είχε προσωπικές συναλλαγές με τον Ερντογάν, που ξεφεύγουν από τα θεμιτά όρια.
  • Επιπλέον, σε επίπεδο στρατηγικής για την εξωτερική πολιτική, ο Τραμπ αδιαφορούσε για την Αν. Μεσόγειο, τη Μέση Ανατολή και τον Περσικό και θα προτιμούσε να αποσύρει αμερικανικές δυνάμεις, αφήνοντας τη «βρώμικη δουλειά» στον Ερντογάν, κάτι που φάνηκε ιδιαίτερα στην περίπτωση της Συρίας. Δίνοντας στον Τούρκο δικτάτορα μια δυνατότητα να ξεφεύγει από κάθε δυσκολία μέσα από ένα προσωπικό τηλεφώνημα στο Λευκό Οίκο, ο τέως Αμερικανός πρόεδρος συνέβαλε αποφασιστικά στο να αποθρασυνθεί ο Ερντογάν.
  • Με την ενθάρρυνση που είχε από αυτή την ύποπτη σχέση με τον Τραμπ, ο Ερντογάν έφθασε σε ακραίες και πρωτοφανείς προκλήσεις: Προσπάθησε να οργανώσει «μαύρη» επιχείρηση  απαγωγής του Γκιουλέν από αμερικανικό έδαφος, ενώ οι σωματοφύλακές του βάναυσα επιτέθηκαν σε Κούρδους και Αρμένιους διαδηλωτές κατά την επίσκεψη του Ερντογάν στις ΗΠΑ, ποδοπατώντας τη νομιμότητα σε ξένη χώρα.
  • Η Άνγκελα Μέρκελ δεν προστάτευσε μόνο τον Ερντογάν από οποιαδήποτε κύρωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επιβάλλοντας την αδιέξοδη στρατηγική του κατευνασμού, επειδή έχει αγωνία για τη συγκράτηση των προσφυγικών ροών, ώστε να μην επαναληφθούν όσα έγιναν το 2015 – 2016, όταν η πολιτική «ανοικτών θυρών» που ακολούθησε το Βερολίνο προκάλεσε έντονες πολιτικές και κοινωνικές αντιδράσεις. Η Γερμανία έχει πολύπλευρη συμμαχία με την Τουρκία: οι βιομηχανίες της χώρας βλέπουν την Τουρκία ως μια φθηνή βάση παραγωγής, ενώ η γερμανική πολιτική ευνοεί μια στρατιωτικά ισχυρή Τουρκία, για να κάνει «βρώμικη δουλειά» στην Αν. Μεσόγειο, αλλά και για να εξισορροπεί την ισχύ της Γαλλίας. Η πώληση υπερσύγχρονων γερμανικών υποβρυχίων στην Τουρκία, έμμεσα νομιμοποιεί το επιθετικό δόγμα της Γαλάζιας Πατρίδας. Συνολικά, οι πωλήσεις όπλων από τη Γερμανία στην Τουρκία, η αξία των οποίων αντιστοιχεί κάθε χρόνο στο ένα τρίτο των συνολικών πωλήσεων της γερμανικής βιομηχανίας όπλων, δείχνουν ότι η Γερμανία δεν αντιμετωπίζει την Τουρκία ως ένα κίνδυνο που πρέπει να τεθεί υπό έλεγχο, αλλά ως ένα στρατηγικό σύμμαχο που πρέπει να ενισχύεται.
  • Πέραν των δύο ηγετών της Δύσης που αποθράσυναν τον Ερντογάν, είναι σαφές ότι η ιδιόμορφη συμμαχία του με τον Βλ. Πούτιν και η ευθυγράμμιση σε πολλά μέτωπα με τη ρωσική πολιτική έδωσαν στον Ερντογάν την αίσθηση ότι μπορεί να παίζει σε δύο ταμπλό εξωτερικής πολιτικής και να κερδίζει παντού, ακόμη και αν καταπατεί βασικούς κανόνες της συμμαχίας με τη Δύση. Αποκορύφωμα αυτής της τακτικής, με όχι καλή κατάληξη για τον Ερντογάν, αφού επιβλήθηκαν αμερικανικές κυρώσεις στην Τουρκία και αποβλήθηκε από το πρόγραμμα των F-35, ήταν η απαίτησή του να έχει ταυτόχρονα στο οπλοστάσιο της χώρας του τα πιο σύγχρονα αμερικανικά μαχητικά αεροσκάφη και ένα ρωσικό σύστημα συλλογής πληροφοριών (S-400), που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί από τη Ρωσία για να αποσπάσουν κρίσιμες τεχνικές πληροφορίες για τα F-35.

Σε κάθε περίπτωση όμως, η συμμαχία της Τουρκίας με τη Ρωσία δεν είναι μόνο ένα παιχνίδι τακτικής, αλλά μια επικίνδυνη προσπάθεια διάσπασης της δυτικής Συμμαχίας από τον Πούτιν. Η προσπάθεια αυτή βρίσκει ισχυρή υποστήριξη όχι μόνο από τον Ερντογάν, αλλά και από τους θιασώτες του ευρασιατικού γεωπολιτικού δόγματος στην Άγκυρα, δηλαδή τους στρατιωτικούς και άλλα στελέχη της κυβερνητικής γραφειοκρατίας, που θεωρούν ότι η Τουρκία πρέπει να ευθυγραμμισθεί γεωστρατηγικά με τη Ρωσία και όχι με τη Δύση.

Πρόκειται για μια μόνιμη μετατόπιση της Τουρκίας, που δίνει την ευκαιρία στη Μόσχα να την χρησιμοποιήσει σαν όπλο κατά της Δύσης. Σε όλο και περισσότερες περιπτώσεις, σε όλο και περισσότερες περιοχές, η σημερινή Τουρκία όχι μόνο ευθυγραμμίζεται με τα ρωσικά συμφέροντα, αλλά λειτουργεί σαν κράτος - «μπροστινός» της Μόσχας.

Πλησιάζει το τέλος του δρόμου...

Είναι φανερό, όμως, ότι το τέλος του δρόμου πλησιάζει για τον Ερντογάν και τη μεγαλοϊδεατική πολιτική της Μεγάλης Τουρκίας. Η πολιτική του κατευνασμού από τη Δύση τελειώνει, αφού ακόμη και οι Ευρωπαίοι, μετά το τελευταίο φιάσκο της συνάντησης Ερντογάν με Μισέλ και φον ντερ Λάιεν, αντιλαμβάνονται ότι δεν παράγει τα επιθυμητά αποτελέσματα. Πολύ περισσότερο, όμως, την πρωτοβουλία των κινήσεων αναλαμβάνει πλέον ο Τζο Μπάιντεν, που είναι έτοιμος και αποφασισμένος να θέσει τον Ερντογάν μπροστά στο μεγαλύτερο δίλημμα της πολιτικής του καριέρας: Θέλει να παραμείνει σύμμαχος της Δύσης, ή θα απομακρυνθεί και θα αντιμετωπίσει τις συνέπειες;

Αυτό το σκληρό δίλημμα που θα τεθεί από τον Μπάιντεν έχει ακόμη μεγαλύτερη αξία, αν συνεκτιμήσει κανείς τα κύρια πολιτικά χαρακτηριστικά του νέου προέδρου: έχει κάνει σημαία τη Δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα και δεν αφήνει το παραμικρό περιθώριο προσωπικών συναλλαγών με τον Ερντογάν και το καθεστώς του, όπως γινόταν από τον Ντόναλντ Τραμπ.

Με τον Μπάιντεν, η Αμερική έχει επιστρέψει στην παγκόσμια σκηνή ως μια δύναμη σταθερότητας και υπεράσπισης των δημοκρατικών αξιών. Τα περιθώρια του Ερντογάν για παιχνίδια εις βάρος της Δύσης τελειώνουν.