Μακρύ δρόμο έχει ακόμη μπροστά της η ελληνική οικονομία μέχρι να ανακτηθεί η πιστοληπτική αξιολόγηση κορυφαίας βαθμίδας ("A"), την οποία έχασε με τη μεγάλη οικονομική κρίση του 2009. Η Τράπεζα της Ελλάδος προβλέπει ότι η επάνοδος στο "A" θα γίνει, στην καλύτερη περίπτωση, ως το τέλος του 2029, αλλά τονίζει ότι απαιτούνται σημαντικές μεταρρυθμίσεις.
Η Έκθεση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος λειτουργεί ως ανάχωμα σε κάθε πιθανό κυβερνητικό εφησυχασμό. Η ανάκτηση της απλής επενδυτικής βαθμίδας (investment grade) μπορεί να πανηγυρίστηκε ως ιστορικό ορόσημο, όμως η επιστροφή στα «σαλόνια» των ισχυρών οικονομιών της Ευρωζώνης –εκεί όπου η πρόσβαση σε φθηνό δανεισμό είναι δεδομένη- θα είναι ένας μαραθώνιος γεμάτος ανηφόρες.
Σε ειδικό, αναλυτικό πλαίσιο με τίτλο «Πώς θα αναβαθμιστεί η ελληνική οικονομία στην κατηγορία Α;», η κεντρική τράπεζα χαρτογραφεί τα εμπόδια και θέτει τον πήχη των απαιτήσεων για την επιστροφή στη βαθμίδα "A".
Οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης (S&P, Fitch, Moody's, DBRS) έχουν τοποθετήσει πλέον τη χώρα στο φάσμα του "BBB", δηλαδή στην επενδυτική βαθμίδα. Για να καλυφθεί το κενό μέχρι το "A-", το οποίο αποτελεί το πρώτο σκαλοπάτι της ανώτερης κατηγορίας, δεν αρκεί απλώς η διατήρηση της παρούσας κατάστασης. Οι οίκοι απαιτούν ιστορικό ισχυρών επιδόσεων σε βάθος ετών, δοκιμασμένες αντοχές απέναντι σε εξωγενείς κρίσεις και ριζική αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου.
Όπως επισημαίνει η ΤτΕ, η αναβάθμιση προϋποθέτει τη σύγκλιση της ελληνικής οικονομίας με τον μέσο όρο των χωρών που ήδη βρίσκονται στην κατηγορία "A". Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα καλείται να ξεπεράσει δομικές αδυναμίες δεκαετιών μέσα σε ελάχιστα χρόνια.
Τα προαπαιτούμενα της αναβάθμισης
Για να ανοίξει η «πόρτα» του "A" μέχρι τα τέλη της τρέχουσας δεκαετίας, η Τράπεζα της Ελλάδος εντοπίζει πέντε κρίσιμους τομείς όπου πρέπει να υπάρξει αξιοσημείωτη πρόοδος:
- Διαρκής και Ταχεία Αποκλιμάκωση του Χρέους: Αν και ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ μειώνεται, παραμένει ο υψηλότερος στην Ευρώπη. Η ΤτΕ τονίζει πως απαιτείται η παραγωγή σταθερών, υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για τα επόμενα χρόνια, ώστε το χρέος να προσεγγίσει επίπεδα κοντά στο 120% του ΑΕΠ προς το 2029-2030, ενισχύοντας την εμπιστοσύνη των αγορών.
- Άλμα στις Παραγωγικές Επενδύσεις: Η κάλυψη του περιβόητου «επενδυτικού κενού» που κληροδότησε η δεκαετής κρίση είναι μονόδρομος. Η χώρα χρειάζεται μια σταθερή και δυναμική εισροή Ξένων Άμεσων Επενδύσεων (ΞΑΕ) με εξωστρεφή προσανατολισμό (π.χ. υψηλή τεχνολογία, ενέργεια, βιομηχανία) και όχι μόνο τοποθετήσεις στο real estate.
- Θεραπεία του Ελλείμματος Τρεχουσών Συναλλαγών: Το υψηλό έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών αποτελεί τη «μεγάλη πληγή» και έναν από τους βασικούς λόγους ανησυχίας των οίκων αξιολόγησης. Η αναβάθμιση απαιτεί την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών προϊόντων και την αύξηση των εξαγωγών αγαθών με υψηλή προστιθέμενη αξία.
- Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις στον Πυρήνα του Κράτους: Η ΤτΕ δεν μένει μόνο στους αριθμούς. Υπογραμμίζει πως οι θεσμικές μεταρρυθμίσεις είναι εξίσου κρίσιμες με τις δημοσιονομικές. Η επιτάχυνση στην απονομή δικαιοσύνης, η περαιτέρω ψηφιοποίηση του Δημοσίου, η πάταξη της φοροδιαφυγής, η ευελιξία στην αγορά εργασίας και η εξάλειψη της γραφειοκρατίας αποτελούν δείκτες που σταθμίζονται αυστηρά από τους αναλυτές των διεθνών οίκων.
- Ισχυροποίηση του Τραπεζικού Συστήματος: Παρότι τα Μη Εξυπηρετούμενα Δάνεια (NPLs) έχουν μειωθεί δραστικά, η πλήρης εξυγίανση και η μείωση της εξάρτησης των τραπεζικών κεφαλαίων από τον αναβαλλόμενο φόρο (DTCs) κρίνονται απαραίτητες για μια βαθμολογία επιπέδου "A".
Γιατί το 2029;
Η προβολή της ΤτΕ για το 2029 ως ορόσημο (στην πιο αισιόδοξη εκδοχή) εδράζεται στην απλή πραγματικότητα της μεθοδολογίας των οίκων αξιολόγησης. Ένα κράτος χρειάζεται, κατά μέσο όρο, 4 με 6 χρόνια αξιόπιστης δημοσιονομικής συμπεριφοράς και σταθερού πολιτικού περιβάλλοντος για να καλύψει την απόσταση των τριών βαθμίδων (από το BBB- στο A-).
Η χρονιά αυτή συμπίπτει επίσης με το χρονικό όριο όπου τα ευρωπαϊκά κονδύλια από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας θα έχουν πλήρως απορροφηθεί. Η Ελλάδα θα πρέπει μέχρι τότε να έχει αποδείξει ότι μπορεί να παράγει βιώσιμη ανάπτυξη (ώστε να αυξηθεί ο δυνητικός ρυθμός ανάπτυξης) ακόμα και χωρίς τις «ενέσεις» των ευρωπαϊκών πακέτων.