Νέα ρεκόρ επιθετικότητας έναντι των δανειοληπτών καταρρίπτουν συνεχώς οι servicers. Ακόμη και ένας δανειολήπτης που ρύθμισε το δάνειό του με τον servicer και πλήρωνε με συνέπεια τις δόσεις είδε το σπίτι του να βγαίνει με συνοπτικές διαδικασίες στο σφυρί, χωρίς προηγουμένως να έχει ενημερωθεί ότι έκανε λάθος σε ορισμένες καταβολές δόσεων.
Η πρόσφατη απόφαση 4425/2026 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά που δικαίωσε τον δανειολήπτη έρχεται να θέσει αυστηρά νομικά και ηθικά όρια στις πρακτικές αναγκαστικής εκτέλεσης που ακολουθούνται από τις εταιρείες διαχείρισης κόκκινων δανείων.
Το Πρωτοδικείο έκανε δεκτή την ανακοπή του δανειολήπτη, ακυρώνοντας στο σύνολό τους τις πράξεις εκτέλεσης και τον προγραμματισμένο για τον Μάιο του 2026 πλειστηριασμό της κατοικίας του στη Νίκαια, κρίνοντας ως ευθέως καταχρηστική (άρθρο 281 ΑΚ) τη στάση της επισπεύδουσας εταιρείας διαχείρισης.
Το ιστορικό της υπόθεσης
Η υπόθεση αφορά έναν οφειλέτη με δύο δάνεια (ένα στεγαστικό του 2008 και ένα προσωπικό του 2011). Οι απαιτήσεις μεταβιβάστηκαν στο πλαίσιο τιτλοποίησης σε ιρλανδική εταιρεία ειδικού σκοπού και πέρασε στη διαχείριση servicer.
Τον Ιανουάριο του 2021, ο δανειολήπτης προχώρησε σε διμερή συμφωνία διακανονισμού της οφειλής. Η συμφωνία προέβλεπε σταθερές χαμηλές δόσεις (150,85 ευρώ και 49,15 ευρώ αντίστοιχα) για τους πρώτους 36 μήνες, και στη συνέχεια, σταδιακή προοδευτική αύξηση της δόσης (μηχανισμός step-up).
Όπως αποδείχθηκε στο δικαστήριο, ο δανειολήπτης υπήρξε απολύτως συνεπής, καταβάλλοντας στο ακέραιο τις δόσεις για ολόκληρη την πρώτη τριετία.
Η «παγίδα» του step-up και η σιωπή του servicer
Το σημείο καμπής επήλθε τον Μάρτιο του 2024, όταν, βάσει της σύμβασης, ενεργοποιήθηκε η ρήτρα step-up και οι μηνιαίες δόσεις αυξήθηκαν. Ο οφειλέτης, μη έχοντας αντιληφθεί την αλλαγή, συνέχισε να καταβάλλει ανελλιπώς τα ποσά της αρχικής δόσης.
Αντί η εταιρεία διαχείρισης να ειδοποιήσει τον, κατά τα άλλα, συνεργάσιμο πελάτη για τη δημιουργία των μικρών αυτών ληξιπρόθεσμων υπολοίπων (τα οποία ανέρχονταν μόλις σε 1.556,17 ευρώ και 319,87 ευρώ), προχώρησε τον Απρίλιο και τον Ιούλιο του 2025 σε αιφνιδιαστικό κλείσιμο των λογαριασμών. Αμέσως μετά, κατήγγειλε τη ρύθμιση, κατέστησε απαιτητό το σύνολο του χρέους (άνω των 230.000 ευρώ συνολικά) και εκκίνησε διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης, κατάσχοντας το ακίνητο του οφειλέτη στη Νίκαια.
Το σκεπτικό του Δικαστηρίου: Υποχρεώσεις καλής πίστης
Η απόφαση του δικαστηρίου αποτελεί ορόσημο ως προς την ερμηνεία των υποχρεώσεων των servicers. Τα βασικά σημεία του σκεπτικού επικεντρώνονται στα εξής:
-
Εξομοίωση servicers με τράπεζες: Το δικαστήριο ξεκαθαρίζει ρητά ότι οι εταιρείες διαχείρισης (βάσει του Ν. 4354/2015) υπέχουν την ίδια ακριβώς αυξημένη ευθύνη με τα τραπεζικά ιδρύματα. Η πιστωτική σχέση είναι σχέση «ιδιαίτερης εμπιστοσύνης» και επιβάλλει την προστασία των συμφερόντων του πελάτη.
-
Υποχρέωση ανοχής & ενημέρωσης: Όταν ένας δανειολήπτης έχει αποδείξει την πρόθεση και την ικανότητά του να εξυπηρετεί το χρέος του, ο πιστωτής οφείλει να επιδεικνύει ανοχή σε πρόσκαιρες δυσχέρειες ή αποκλίσεις. Το δικαστήριο τόνισε ότι η Cepal όφειλε να ενημερώσει τον οφειλέτη (ακόμα και τηλεφωνικώς) για την αύξηση της δόσης.
-
Καταχρηστική και «δόλια» συμπεριφορά: Σε ένα ιδιαίτερα αιχμηρό σημείο, η απόφαση αναφέρει ότι η εταιρεία διαχείρισης, παραλείποντας να ενημερώσει τον οφειλέτη, ενήργησε «μάλλον δολίως», προκειμένου εκείνος να χάσει τη ρύθμιση από αμέλεια, ώστε στη συνέχεια να προχωρήσει η ρευστοποίηση της ακίνητης περιουσίας του.
-
Δυσαναλογία μέσου και σκοπού: Η επίσπευση πλειστηριασμού για ένα οριακό χρεωστικό υπόλοιπο (λιγότερο από 2.000 ευρώ αθροιστικά), ενώ ο οφειλέτης συνέχιζε να πληρώνει, κρίθηκε ότι υπερβαίνει προφανώς τα όρια της καλής πίστης, επιφέροντας τεράστια βλάβη στον πολίτη χωρίς αντίστοιχο σημαντικό οικονομικό όφελος για τον πιστωτή.
Οι προεκτάσεις της απόφασης
Η απόφαση ΜΠρΠειρ 4425/2026 αναμένεται να απασχολήσει έντονα τα νομικά τμήματα των πιστωτικών ιδρυμάτων και των servicers. Σε συνδυασμό με την αυστηρότερη νομολογία που διαμορφώνεται εσχάτως –όπως η πρόσφατη κρίση του Αρείου Πάγου για τον υπολογισμό των επιτοκίων στα ρυθμισμένα χρέη με τον νόμο Κατσέλη- καθίσταται σαφές ότι οι αυτοματοποιημένες διαδικασίες κατασχέσεων ενέχουν σοβαρούς νομικούς κινδύνους όταν απουσιάζει η εξατομικευμένη διαχείριση.
Οι εταιρείες διαχείρισης καλούνται να αναπροσαρμόσουν τις εσωτερικές τους διαδικασίες, διασφαλίζοντας ισχυρότερους διαύλους επικοινωνίας πριν την καταγγελία ρυθμισμένων οφειλών, προκειμένου να θωρακίσουν νομικά τις ανακτήσεις τους και να αποφύγουν την ακύρωση δαπανηρών διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης στα δικαστήρια.