Τη μείωση του ΦΠΑ στα προϊόντα περιόδου από το 24% στο 13%, με ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2027, ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, σε συνέντευξή του στον ραδιοφωνικό σταθμό Alpha 98,9, στέλνοντας παράλληλα μήνυμα συνέχισης των ελέγχων για την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής.
Ο πρωθυπουργός υπερασπίστηκε το έργο της ΑΑΔΕ και των διωκτικών αρχών, τονίζοντας ότι η κυβέρνηση θα εξαντλήσει κάθε δυνατότητα για την αποκάλυψη παραβατικών πρακτικών.
«Είναι κίνηση κοινωνικής και φυλετικής δικαιοσύνης», ανέφερε για τη μείωση του φόρου, επισημαίνοντας ότι υπήρχε στρέβλωση στη φορολόγηση των συγκεκριμένων προϊόντων, καθώς επιβαρύνονταν με τον υψηλό συντελεστή 24%. Όπως σημείωσε, υπάρχουν κορίτσια που δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να τα αγοράσουν, ενώ πρόσθεσε ότι έχει ζητήσει να εξεταστούν προγράμματα παροχής προϊόντων περιόδου σε σχολεία, σε περιοχές όπου καταγράφονται μεγαλύτερες ανάγκες.
Το μήνυμα για τη φοροδιαφυγή και την ΑΑΔΕ
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε ο πρωθυπουργός στις υποθέσεις φοροδιαφυγής που έχουν έρθει στο φως της δημοσιότητας, υποστηρίζοντας ότι τα αποτελέσματα των ελέγχων είναι προϊόν συστηματικής δουλειάς των αρμόδιων αρχών.
«Από το 2023 στη ΔΕΘ είχα μιλήσει για την ανάγκη να επιβάλλουμε τη νομιμότητα παντού. Αν δείτε το συνολικό μας απολογισμό, έχουμε να επιδείξουμε πολύ σημαντικές επιτυχίες. Οι υποθέσεις που είδαν το φως της δημοσιότητας δουλεύονται από τις αρχές χρόνια. Χρειάζεται και πολιτική βούληση. Επιλέξαμε να ασχοληθούμε. Συστήσαμε το ελληνικό FBI, λοιδορήθηκε αυτή η επιλογή. Είμαι πολύ ικανοποιημένος γιατί έχουμε σημαντικά αποτελέσματα», ανέφερε.
Ο κ. Μητσοτάκης έκανε λόγο για υποθέσεις δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ που εντοπίστηκαν έπειτα από συστηματική έρευνα, ενώ αναφέρθηκε και στον πρώην πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα, ασκώντας κριτική για τις αλλαγές στον Ποινικό Κώδικα επί της προηγούμενης κυβέρνησης.
«Φαντάζομαι ότι ο κ. Τσίπρας δεν πιστεύει ότι πριν το 2019 δεν υπήρχε παραβατικότητα. Δεν είχε ενδιαφέρον να ασχοληθεί με τις υποθέσεις. Κράτησε ανοικτή τη Βουλή για να αλλάξει τον ποινικό κώδικα», είπε, προσθέτοντας ότι ο πρώην πρωθυπουργός οφείλει να απαντήσει γιατί διατήρησε ανοικτή τη Βουλή και «ποια γραμμάτια εξαργύρωσε».
Αναφερόμενος ειδικότερα στην ΑΑΔΕ, υπογράμμισε ότι έχει επιτελέσει σημαντικό έργο τόσο στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής όσο και στον εκσυγχρονισμό της. Παράλληλα, χαρακτήρισε επιτυχία για τη χώρα το γεγονός ότι η Αρχή λειτουργεί ως ανεξάρτητος θεσμός.
«Θα καταλάβαινα την αντίθετη κατηγορία, "συγκαλύψατε κάτι", μα τι συγκαλύψαμε;» ανέφερε, απορρίπτοντας τις αιτιάσεις ότι οι αποκαλύψεις των τελευταίων υποθέσεων συνδέονται με την προεκλογική περίοδο. Όπως είπε, μπορεί να απαριθμήσει υποθέσεις που έχουν ερευνηθεί τα τελευταία 3,5 χρόνια.
«Το μήνυμα που στέλνουμε σε όλους τους επιτήδειους είναι ότι θα κάνουμε ό,τι περνάει από το χέρι μας για να σας ξεσκεπάσουμε», τόνισε, προσθέτοντας ότι δέχεται προσωπικές επιθέσεις από τον κ. Τσίπρα και συνεργαζόμενα μέσα από το 2016, όταν εξελέγη πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας.
400 ευρώ στους συνταξιούχους και επιστροφή ενοικίου
Στη συνέντευξη ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε και στις παρεμβάσεις για την αντιμετώπιση της ακρίβειας, επισημαίνοντας ότι ενδεχόμενη επανέναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων στη Μέση Ανατολή δεν θα βοηθούσε στην αποκλιμάκωση των τιμών του πετρελαίου.
«Απέναντι σε αυτή την ακρίβεια έχουμε να ορθώσουμε κάποια αναχώματα. Είναι μια ανακούφιση. Θα δώσουμε τώρα 400 ευρώ σε όλους τους συνταξιούχους. Αυτά μπορούμε, αυτά δίνουμε», ανέφερε.
Διευκρίνισε ότι τα 400 ευρώ αποτελούν μόνιμη ενίσχυση, ενώ σημείωσε ότι οι συντάξεις αυξάνονται σταθερά στο πλαίσιο των δημοσιονομικών δυνατοτήτων του προϋπολογισμού.
Παράλληλα, υπενθύμισε ότι όσοι νοικιάζουν κατοικία θα λάβουν στα τέλη Νοεμβρίου επιστροφή ενός ολόκληρου ενοικίου. Όπως εξήγησε, η συγκεκριμένη παρέμβαση έχει και στόχο να ενθαρρύνει ιδιοκτήτες και ενοικιαστές να δηλώνουν το πραγματικό ύψος του μισθώματος.
Στο επίκεντρο και η στεγαστική κρίση
Για το στεγαστικό ζήτημα, ο κ. Μητσοτάκης υπογράμμισε ότι η επιστροφή ενοικίου δεν αρκεί από μόνη της για την αντιμετώπιση του προβλήματος, επισημαίνοντας την ανάγκη αύξησης της προσφοράς κατοικιών.
Αναφέρθηκε στο πρόγραμμα «Ανακαινίζω – Νοικιάζω», σημειώνοντας ότι τα εισοδηματικά κριτήρια είναι αρκετά γενναιόδωρα, ενώ έδωσε έμφαση στην αξιοποίηση ακινήτων του Δημοσίου που παραμένουν αναξιοποίητα.
«Πρέπει να αυξήσουμε την προσφορά διαμερισμάτων. Μόνο έτσι μπορεί να ισορροπήσει η αγορά», ανέφερε, προσθέτοντας ότι προς αυτή την κατεύθυνση κινείται και η πολιτική της κοινωνικής αντιπαροχής.