Με την εμφάνιση των κομμάτων Τσίπρα και Καρυστιανού, την προϊούσα αποσύνθεση της Νέας Αριστεράς και του ΣΥΡΙΖΑ, την αναμενόμενη συγκρότηση νέου πολιτικού σχήματος από τον Αντώνη Σαμαρά, το πολιτικό παζλ γίνεται όλο και πιό σύνθετο.
Ακόμη και οι επικοινωνιολόγοι και οι δημοσκόποι δυσκολεύονται πλέον να καταγράψουν και να αποτυπώσουν τις διαφοροποιήσεις που συντελούνται στο εκλογικό σώμα, να μετρήσουν την απήχηση των κομμάτων και να προβλέψουν προς τα πού θα κινηθούν οι εξελίξεις.
Η κατάσταση γίνεται περίπλοκη και για τα κομματικά επιτελείο, που προσπαθούν να βρουν το αντίδοτο για την κοινωνική δυσφορία και για τον “πολιτικό αναχωρητισμό” των νέων, που αποδεικνύονται το πιό δύσκολο κομμάτι του εκλογικού σώματος, με απρόβλεπτη συμπεριφορά μπροστά στην κάλπη.
Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις “φουσκώνουν τα πανιά” του κόμματος Τσίπρα, αλλά κανένας δεν τις “παίρνει τοις μετρητοίς”. Η μάχη για τη δεύτερη και την τρίτη θέση μόλις τώρα ξεκίνησε και οποιαδήποτε πρόβλεψη για την έκβαση της είναι μάλλον επισφαλής. Η ΝΔ διατηρεί προβάδισμα πολλών μονάδων, αλλά ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν μπορεί να αισθάνεται ασφαλής.
Στρατηγική δύο στόχων
Στους πολιτικούς χώρας στα δεξιά και στα αριστερά της ΝΔ, ακόμη και μέσα στο κόμμα του, “τα πάντα ρει”. Στο προσκήνιο και στο παρασκήνιο οι διεργασίες εντείνονται, οι ισορροπίες αλλάζουν, ο χάρτης αναδιατάσσεται. Ως τις εκλογές όλα θα έχουν έχουν αλλάξει.
Είναι δύσκολο λοιπόν να χαράξει εκλογική στρατηγική για να αξιοποιήσει τα πλεονεκτήματα που διαθέτει τώρα και να αντιμετωπίσει έναν αντίπαλο που ακόμη δεν έχει υπόσταση και μορφή. Ο πραγματικός αντίπαλος μπορεί να προκύψει μέσα από τις εν εξελίξει διεργασίες και από αυτές που θα ακολουθήσουν. Προς το παρόν, ο Κ. Μητσοτάκης και η ΝΔ έχουν να αντιπαλέψουν πολλούς φιλόδοξους ανταγωνιστές, που διεκδικούν ψήφους από τη “δεξαμενή” του κυβερνώντος κόμματος.
Μέσα σε αυτό το ρευστό πολιτικό περιβάλλον, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιχειρεί να οργανώσει μία στρατηγική “διμέτωπου”, απέναντι τόσο στις δυνάμεις που ανασυντάσσονται στα δεξιά της ΝΔ όσο και απέναντι στις διεργασίες ανασυγκρότησης της Κεντροαριστεράς και της ευρύτερης Αριστεράς.
Από τη μία πλευρά καλείται να αναχαιτίσει τις διαρροές προς κόμματα και σχήματα που επενδύουν στη "συντηρητική" δυσαρέσκεια, αξιοποιώντας ζητήματα ταυτότητας, ασφάλειας και ακρίβειας. Από την άλλη, επιδιώκει να αποδομήσει πολιτικά κάθε πιθανή προσπάθεια συγκρότησης αξιόπιστου αντιπολιτευτικού πόλου στον χώρο από το ΠΑΣΟΚ έως τον πρώην ΣΥΡΙΖΑ.
Προβληματισμός στο ΠΑΣΟΚ
Την ίδια στιγμή, στο ΠΑΣΟΚ οι εσωτερικές ισορροπίες παραμένουν εύθραυστες. Η ηγεσία Ανδρουλάκη δέχεται πίεση τόσο από στελέχη που ζητούν πιο επιθετική αντιπολιτευτική γραμμή, όσο και από όσους θεωρούν ότι το κόμμα πρέπει να διαμορφώσει σαφέστερο κυβερνητικό προφίλ. Οι δημοσκοπικές διακυμάνσεις και η αδυναμία σταθερής πολιτικής διεύρυνσης εντείνουν τον προβληματισμό για τη φυσιογνωμία και τη στρατηγική του κόμματος σε μία περίοδο όπου ο χώρος της Κεντροαριστεράς αναζητεί νέο σημείο ισορροπίας.
Στον χώρο του πρώην ΣΥΡΙΖΑ, οι εξελίξεις παραμένουν ακόμη πιο σύνθετες και απρόβλεπτες. Η πολυδιάσπαση, οι προσωπικές στρατηγικές και η αδυναμία συγκρότησης ενιαίου αφηγήματος δημιουργούν εικόνα παρατεταμένης μετάβασης.
Ωστόσο, ανεξάρτητα από τα σχήματα που εμφανίζονται ή αποδυναμώνονται, κοινή παραδοχή είναι ότι ο Αλέξης Τσίπρας εξακολουθεί να έχει καθοριστικό ρόλο στις εξελίξεις. Στον ευρύτερο χώρο της Αριστεράς και της Κεντροαριστεράς είναι αυτός που έχει τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο
Χ. Ν.