Έως τωρα οι κυβερνήσεις ΗΠΑ και Ευρώπης συμφωνούσαν απέναντι στους κινδύνους εξάρτησης από κινεζικές τεχνολογίες. Σήμερα, η Ευρώπη υιοθετεί (και) στον τεχνολογικό τομέα το δόγμα Τραμπ... απέναντι στις ΗΠΑ του Τραμπ. Η τεχνολογική εξάρτηση από τις ΗΠΑ αντιμετωπίζεται πλέον ως ζήτημα εθνικής κυριαρχίας.
Η Ολλανδία μπλοκάρει την εξαγορά μιας εταιρείας-κλειδί για το εθνικό της ψηφιακό σύστημα από αμερικανικό όμιλο, μια επιχειρηματική συναλλαγή 115 εκατ. δολαρίων. Η κίνηση εντάσσεται στο πλαίσιο της γενικότερης αλλαγής στάσης της Ε.Ε απέναντι στις ΗΠΑ, με χρήση πολιτικών του Τραμπ απέναντι στον ίδιο τον Τραμπ.
Όταν η αμερικανική Kyndryl ανακοίνωσε τον Νοέμβριο ότι θα εξαγόραζε την ολλανδική Solvinity έναντι 115 εκατ. δολαρίων, ελάχιστοι περίμεναν ότι η υπόθεση θα εξελισσόταν σε διπλωματικό ζήτημα μεταξύ συμμάχων του ΝΑΤΟ.
Αντί να ακολουθήσει τη συνήθη πορεία μιας εταιρικής εξαγοράς, η συμφωνία προκάλεσε κοινοβουλευτικές ακροάσεις, κυβερνητικές έρευνες και παρασκηνιακές παρεμβάσεις Αμερικανών διπλωματών, που επιχείρησαν να πείσουν τη Χάγη να δώσει το πράσινο φως.
Τελικά, στις 26 Μαΐου, η ολλανδική κυβέρνηση απαγόρευσε τη συναλλαγή. Πρόκειται για την πρώτη γνωστή περίπτωση κατά την οποία η Ολλανδία μπλοκάρει εξαγορά από αμερικανική τεχνολογική εταιρεία.
Στο εμπιστευτικό σκεπτικό της απόφασης, το οποίο επικαλούνται οι New York Times, οι ολλανδικές αρχές υποστήριξαν ότι οι αμερικανικές αρχές θα μπορούσαν να εξαναγκάσουν την Kyndryl να παραδώσει ευαίσθητα δεδομένα που διαχειρίζεται η Solvinity για λογαριασμό του ολλανδικού κράτους.
Οι ρυθμιστικές αρχές έκαναν λόγο για «απειλή κατά του δημόσιου συμφέροντος», υπογραμμίζοντας ότι η αυξανόμενα «απρόβλεπτη γεωπολιτική συμπεριφορά» δημιουργεί κινδύνους ψηφιακής εξάρτησης.
Από την Κίνα στις ΗΠΑ
Η ειρωνεία της υπόθεσης δεν πέρασε απαρατήρητη. Επί χρόνια η Ουάσιγκτον πίεζε τους Ευρωπαίους συμμάχους της να περιορίσουν τη χρήση κινεζικών τεχνολογιών, επικαλούμενη λόγους εθνικής ασφάλειας και προστασίας δεδομένων. Τώρα, η ίδια ακριβώς λογική χρησιμοποιείται από μια ευρωπαϊκή χώρα απέναντι σε αμερικανική εταιρεία.
Η Kyndryl, με έδρα τη Νέα Υόρκη, διαχειρίζεται πληροφοριακά συστήματα επιχειρήσεων και κυβερνήσεων. Η Solvinity, με έδρα το Άμστερνταμ, παρέχει κρίσιμες τεχνολογικές υποδομές για το DigiD, το εθνικό σύστημα ψηφιακής ταυτοποίησης της Ολλανδίας.
Η σημασία του DigiD είναι τεράστια. Σχεδόν κάθε πολίτης της χώρας το χρησιμοποιεί για πρόσβαση σε φορολογικές υπηρεσίες, ιατρικούς φακέλους, κοινωνικές παροχές, συνταξιοδοτικά δεδομένα, εκπαιδευτικά αρχεία και πλήθος άλλων κρατικών υπηρεσιών.
Καθώς η συμφωνία προχωρούσε, αυξάνονταν οι φόβοι ότι η αμερικανική κυβέρνηση θα μπορούσε να αποκτήσει έμμεση επιρροή σε μια από τις σημαντικότερες ψηφιακές υποδομές της χώρας.
Ο νόμος CLOUD Act
Κεντρικό ρόλο στις επιφυλάξεις της Ολλανδίας έπαιξε ο αμερικανικός νόμος CLOUD Act. Η νομοθεσία αυτή επιτρέπει στις ομοσπονδιακές αρχές των ΗΠΑ να απαιτούν δεδομένα από αμερικανικές εταιρείες, ακόμη και όταν αυτά είναι αποθηκευμένα εκτός αμερικανικού εδάφους.
Στο εμπιστευτικό έγγραφο της ολλανδικής κυβέρνησης, η συγκεκριμένη νομοθεσία αναφέρεται επανειλημμένα ως πιθανός μηχανισμός μέσω του οποίου η Ουάσιγκτον θα μπορούσε να ασκήσει επιρροή στο ολλανδικό σύστημα ψηφιακής ταυτοποίησης. Κατά την κρίση των αρχών, η πιθανότητα αυτή αρκούσε, ώστε να θεωρηθεί ότι το DigiD θα μπορούσε να βρεθεί «υπό την επιρροή» της αμερικανικής κυβέρνησης.
Ο Πίτερ φαν Όορνττ, ανώτατος αξιωματούχος προστασίας προσωπικών δεδομένων του ολλανδικού υπουργείου Εσωτερικών, είχε προειδοποιήσει ότι η Solvinity δεν υποστηρίζει μόνο το DigiD, αλλά και κρίσιμες πλατφόρμες επικοινωνίας του κράτους. «Πρέπει να προστατεύουμε τις ζωτικές αρτηρίες της χώρας, είτε είναι ψηφιακές είτε όχι», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Η Ευρώπη προς τεχνολογική κυριαρχία
Η υπόθεση εντάσσεται σε μια πολύ ευρύτερη τάση στην Ε.Ε. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις εμφανίζονται όλο και πιο ανήσυχες για την εξάρτηση της ηπείρου από αμερικανικές τεχνολογικές υποδομές.
Σήμερα, οι Amazon, Google και Microsoft ελέγχουν περίπου το 70% της ευρωπαϊκής αγοράς υπολογιστικού νέφους (cloud computing). Στην Ολλανδία, σύμφωνα με στοιχεία του δημόσιου δικτύου NOS, περίπου τα δύο τρίτα των κρατικών πληροφοριακών συστημάτων βασίζονται σε αμερικανικές τεχνολογίες.
Την προηγούμενη εβδομάδα η Ε.Ε παρουσίασε σχέδιο ενίσχυσης της «τεχνολογικής κυριαρχίας» της, το οποίο περιλαμβάνει ακόμη και το ενδεχόμενο αποκλεισμού αμερικανικών παρόχων cloud από ορισμένες δημόσιες συμβάσεις.
Παράλληλα, στο Ηνωμένο Βασίλειο κοινοβουλευτική επιτροπή ζήτησε την ακύρωση σύμβασης ύψους 330 εκατ. λιρών με την αμερικανική Palantir για τη διαχείριση δεδομένων υγείας, χαρακτηρίζοντας τη συμφωνία «απαράδεκτο σημείο αδυναμίας».
Ο παράγοντας Τραμπ
Πίσω από τη μεταβαλλόμενη στάση της Ευρώπης πολλοί αναλυτές βλέπουν έναν κοινό παρονομαστή: τον Ντόναλντ Τραμπ. Σύμφωνα με Ευρωπαίους αξιωματούχους και ειδικούς που επικαλούνται οι New York Times, η ανησυχία δεν αφορά μόνο τις αμερικανικές εταιρείες, αλλά και (κυρίως) την πολιτική κατεύθυνση της Ουάσιγκτον.
Ευρωπαϊκοί κύκλοι θυμίζουν ότι στελέχη του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου έχασαν πρόσβαση σε αμερικανικές ψηφιακές υπηρεσίες μετά την επιβολή κυρώσεων από τις ΗΠΑ. Παράλληλα, η αμερικανική κυβέρνηση επέβαλε ταξιδιωτικές απαγορεύσεις σε Ευρωπαίους αξιωματούχους που είχαν υποστηρίξει αυστηρότερη ρύθμιση των αμερικανικών πλατφορμών κοινωνικής δικτύωσης.
Η πρόσφατη δήλωση του Τραμπ ότι εξετάζει ακόμη και την απόκτηση κρατικού μεριδίου σε αμερικανικές εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης ενίσχυσε περαιτέρω τους προβληματισμούς στην Ευρώπη.
Όπως σχολίασε ο Ολλανδός τεχνολόγος και σύμβουλος της κυβέρνησης Μπερτ Χούμπερτ, «η αίσθηση είναι ότι πουλάς τον έλεγχο στον Ντόναλντ Τραμπ».
Μεμονωμένες υποθέσεις ή μια νέα εποχή;
Η ολλανδική κυβέρνηση επιμένει ότι η απόφαση αφορά αποκλειστικά τη συγκεκριμένη περίπτωση και δεν συνιστά αλλαγή στάσης απέναντι στις αμερικανικές επενδύσεις. Ο πρωθυπουργός Ρομπ Γέτεν διαβεβαίωσε δημοσίως ότι οι αμερικανικές επιχειρήσεις παραμένουν σημαντικοί και αξιόπιστοι εταίροι της χώρας.
Ωστόσο, λίγες ημέρες αργότερα η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι εξετάζει τη δυνατότητα παρεμβάσεων και σε άλλους στρατηγικούς τομείς, όπως η τεχνητή νοημοσύνη και η βιοτεχνολογία.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική ήταν η απόφαση που ακολούθησε: στο εξής, μόνο εταιρείες με έδρα εντός της Ε.Ε θα μπορούν να διαχειρίζονται το σύστημα DigiD.
Πρόκειται για μια επιλογή που δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί μεμονωμένη. Περισσότερο μοιάζει με ένδειξη ότι η Ευρώπη εισέρχεται σε μια νέα φάση, όπου η ψηφιακή κυριαρχία αντιμετωπίζεται με την ίδια σοβαρότητα που αντιμετωπίζονται η ενεργειακή ασφάλεια, η άμυνα και οι κρίσιμες υποδομές.
Με ακριβώς την ίδια στάση που ακολουθεί και η κυβέρνηση Τραμπ, απέναντι ακόμα και σε παραδοσιακούς συμμάχους των ΗΠΑ.
A.N