Η προσοχή των αγορών πετρελαίου παραμένει στραμμένη στα Στενά του Ορμούζ και στις εξελίξεις μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν. Ωστόσο, ο παράγοντας που μπορεί τελικά να καθορίσει αν οι τιμές του πετρελαίου θα εκτοξευθούν ή θα αποκλιμακωθούν βρίσκεται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά: στο Πεκίνο.
Παρότι οι γεωπολιτικές εντάσεις συνεχίζουν να απειλούν τις ροές πετρελαίου από τον Περσικό Κόλπο, η Κίνα –ο μεγαλύτερος εισαγωγέας αργού στον κόσμο– έχει αποκτήσει τέτοια επιρροή στη ζήτηση, που οι αποφάσεις της για το πότε και πόσο πετρέλαιο θα αγοράσει επηρεάζουν πλέον τις διεθνείς τιμές όσο λίγοι άλλοι παράγοντες.
Αυτό έγινε εμφανές τους τελευταίους μήνες, όταν η κινεζική οικονομία περιόρισε δραστικά τις εισαγωγές πετρελαίου. Η υποχώρηση της ζήτησης απορρόφησε μεγάλο μέρος των πιέσεων που προκάλεσε η αναταραχή στη Μέση Ανατολή, εμποδίζοντας τις τιμές να κινηθούν ακόμη υψηλότερα.
Η καλύτερη πληροφορία που θα μπορούσε κάποιος να έχει αυτή τη στιγμή στην αγορά, είναι πότε η Κίνα θα επιστρέψει σε υψηλότερους ρυθμούς αγορών. Όσο το Πεκίνο παραμένει συγκρατημένο, οι τιμές είναι πιθανότερο να αποκλιμακώνονται. Αντίθετα, μια ισχυρή ανάκαμψη της κινεζικής ζήτησης θα μπορούσε να αλλάξει γρήγορα την ισορροπία.
Για δεκαετίες, ο βασικός μοχλός διαμόρφωσης των διεθνών τιμών ήταν η παραγωγή των χωρών του OPEC. Η αύξηση ή η μείωση της προσφοράς από το πετρελαϊκό καρτέλ αρκούσε για να οδηγήσει τις τιμές σε μεγάλες διακυμάνσεις. Πλέον όμως, η αυξημένη παραγωγή των ΗΠΑ, αλλά και η αποχώρηση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων από τον OPEC νωρίτερα φέτος, έχουν περιορίσει την επιρροή του οργανισμού.
Την ίδια στιγμή, η Κίνα, παρότι είναι κυρίως εισαγωγέας και όχι παραγωγός, αποκτά δυσανάλογη επιρροή στην αγορά μέσω της ζήτησης. Το Πεκίνο φαίνεται να διαθέτει σήμερα μεγαλύτερη ισχύ στη διαμόρφωση των τιμών ακόμη και από παραδοσιακές ενεργειακές δυνάμεις όπως η Σαουδική Αραβία ή οι ΗΠΑ.
Το μυστήριο των κινεζικών εισαγωγών
Τα επίσημα στοιχεία των κινεζικών τελωνείων δείχνουν ότι οι εισαγωγές πετρελαίου τον Μάιο μειώθηκαν σχεδόν κατά ένα τρίτο σε σύγκριση με έναν χρόνο πριν. Η εξέλιξη αυτή έχει προκαλέσει έντονο προβληματισμό στις αγορές, καθώς δεν είναι σαφές πώς η Κίνα καταφέρνει να περιορίζει τόσο πολύ τις εισαγωγές της.
Η χώρα διαθέτει πιθανότατα τα μεγαλύτερα στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο, χωρίς όμως να προκύπτει από δορυφορικά στοιχεία ότι τα αξιοποιεί σε μεγάλη κλίμακα. Παράλληλα, τα κινεζικά διυλιστήρια επεξεργάζονται μικρότερες ποσότητες αργού, ενώ το Πεκίνο έχει περιορίσει και τις εξαγωγές πετρελαιοειδών. Όμως οι παράγοντες αυτοί δεν εξηγούν πλήρως τη μεγάλη πτώση των εισαγωγών.
Η Κίνα διαθέτει, επιπλέον, σημαντικά εναλλακτικά «εφόδια». Η μεγάλη παραγωγή άνθρακα καλύπτει μέρος των αναγκών της χημικής βιομηχανίας, η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας βασίζεται σε αυξανόμενο βαθμό στις ανανεώσιμες πηγές, ενώ η ταχεία διείσδυση των ηλεκτρικών οχημάτων και το μεγαλύτερο δίκτυο τρένων υψηλής ταχύτητας στον κόσμο περιορίζουν τη συνολική κατανάλωση πετρελαίου.
Η Διεθνής Υπηρεσία Ενέργειας (IEA) εκτιμά ότι το 2026 ενδέχεται να είναι η πρώτη χρονιά μετά τις πετρελαϊκές κρίσεις της δεκαετίας του 1970 κατά την οποία η κατανάλωση πετρελαίου στην Κίνα θα σημειώσει ουσιαστική πτώση.
Το Ορμούζ παραμένει γεωπολιτικός κίνδυνος
Παρά τη σημασία της κινεζικής ζήτησης, οι εξελίξεις στα Στενά του Ορμούζ εξακολουθούν να αποτελούν τον σημαντικότερο γεωπολιτικό παράγοντα για την αγορά. Ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε την επαναφορά του ναυτικού αποκλεισμού των ιρανικών λιμανιών, ενώ δήλωσε ότι οι ΗΠΑ θα λειτουργούν ως «προστάτης» των Στενών του Ορμούζ. Αρχικά ανήγγειλε την επιβολή χρεώσεων στα διερχόμενα φορτία, κάτι που μετά από λίγο πήρε πίσω.
Παράλληλα, αμερικανικές ναυτικές δυνάμεις συνεχίζουν να συνοδεύουν εμπορικά πλοία μέσω ασφαλών διαδρόμων κοντά στα χωρικά ύδατα του Ομάν, σε μια προσπάθεια να διατηρηθεί η ροή πετρελαίου από τον Περσικό Κόλπο.
Ωστόσο, η αγορά δεν ανησυχεί μόνο για το πόσο πετρέλαιο εξέρχεται από την περιοχή, αλλά κυρίως για το πόσο πετρέλαιο θα αποφασίσει να αγοράσει η Κίνα τους επόμενους μήνες.
Γιατί τα καύσιμα παραμένουν ακριβά
Παρά το γεγονός ότι οι διεθνείς τιμές του αργού βρίσκονται μόλις περίπου 7% υψηλότερα από τα επίπεδα πριν από την έναρξη της κρίσης στη Μέση Ανατολή, οι τιμές των καυσίμων παραμένουν αισθητά αυξημένες.
Η βασική αιτία είναι ότι οι ζημιές στις ενεργειακές υποδομές τόσο στον Περσικό Κόλπο, όσο και στη Ρωσία έχουν περιορίσει τη δυναμικότητα πολλών διυλιστηρίων. Ως αποτέλεσμα, η παραγωγή βενζίνης και ντίζελ αυξάνεται με δυσκολία, διατηρώντας τις τιμές των καυσίμων σε υψηλά επίπεδα, ακόμη και όταν η προσφορά αργού πετρελαίου παραμένει επαρκής.
Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνει, ότι η ισορροπία στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου δεν εξαρτάται πλέον αποκλειστικά από τις αποφάσεις των παραγωγών. Για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες, η πλευρά της ζήτησης –και ειδικότερα η Κίνα– εξελίσσεται στον παράγοντα που μπορεί να καθορίσει την επόμενη μεγάλη κίνηση των τιμών.