ΕΥΖην

"Ink" του Ντάνι Μπόιλ: Η «επανάσταση» από το «τι είναι είδηση» στο «τι πουλάει»


Η ταινία άνοιξε το Φεστιβάλ Βενετίας, ανατρέχοντας στην άνοδο της "The Sun" και τη μετάβαση της δημοσιογραφίας από την ενημέρωση στο θέαμα

Η άνοδος της βρετανικής ταμπλόιντ δημοσιογραφίας, η δύναμη των σκανδάλων και η διαρκής σύγκρουση ανάμεσα στην ενημέρωση και την εμπορική επιτυχία βρίσκονται στο επίκεντρο της νέας ταινίας του Ντάνι Μπόιλ, "Ink", που άνοιξε την Τετάρτη το 83ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας.

Η ταινία αφηγείται την ιστορία της μεταμόρφωσης της εφημερίδας The Sun στα τέλη της δεκαετίας του 1960. Πρωταγωνιστεί ο Τζακ Ο’Κόνελ στον ρόλο του Λάρι Λαμπ, του δημοσιογράφου που προσλήφθηκε από τον Ρούπερτ Μέρντοχ για να αναμορφώσει την εφημερίδα. Ο Μέρντοχ, τότε ένας ανερχόμενος Αυστραλός επιχειρηματίας των μέσων ενημέρωσης, απέκτησε τη The Sun και ανέθεσε στον Λαμπ να την οδηγήσει σε μια νέα εποχή.

Η αλλαγή αποδείχθηκε θεαματική. Μέσα σε έναν χρόνο από την ανάληψη της διεύθυνσης από τον Λαμπ, η κυκλοφορία της εφημερίδας είχε διπλασιαστεί. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1970, η The Sun είχε εξελιχθεί στην εφημερίδα με τη μεγαλύτερη κυκλοφορία στη Βρετανία, με τα χαρακτηριστικά κόκκινα πρωτοσέλιδα και έναν τρόπο δημοσιογραφίας που έδινε μεγαλύτερο βάρος στο θέαμα, τα σκάνδαλα και τη λαϊκή απήχηση.

Από το Φλίτ Στριτ στα πρωτοσέλιδα

Ο Μπόιλ μεταφέρει την ιστορία με τον γρήγορο, θορυβώδη και συχνά χαοτικό κινηματογραφικό ρυθμό που χαρακτηρίζει το έργο του. Η ταινία συνδυάζει δραματοποιημένες σκηνές με αρχειακό υλικό, έντονη μουσική και αποσπασματικές αναδρομές, μετατρέποντας την άνοδο μιας εφημερίδας σε μια σχεδόν ξέφρενη κινηματογραφική διαδρομή.

Το σενάριο βασίζεται στο ομώνυμο βραβευμένο θεατρικό έργο του Τζέιμς Γκράχαμ, ο οποίος το διασκεύασε ο ίδιος για τον κινηματογράφο. Για τον Γκράχαμ, η ιστορία έχει τα χαρακτηριστικά μιας αφήγησης για αουτσάιντερ που επιχειρούν να ανατρέψουν ένα παγιωμένο και αυστηρά ιεραρχημένο σύστημα.

Στην ταινία, ο Λαμπ και ο Μέρντοχ παρουσιάζονται ως outsiders που αντιδρούν στην κατεστημένη βρετανική ελίτ. Ο ένας προέρχεται από το Γιορκσάιρ και ο άλλος από την Αυστραλία, γεγονός που λειτουργεί ως σημαντικό στοιχείο της μεταξύ τους σχέσης αλλά και της αντίθεσής τους προς το παραδοσιακό βρετανικό μιντιακό κατεστημένο.

Η αλλαγή που επιχειρούν στη The Sun αφορά πρωτίστως το κοινό στο οποίο απευθύνεται η εφημερίδα. Ο Λαμπ εγκαταλείπει πολλές από τις συμβάσεις της παραδοσιακής δημοσιογραφίας και στρέφεται περισσότερο προς την εργατική τάξη, απορρίπτοντας την ιδέα ότι μόνο όσα θεωρεί σημαντικά η δημοσιογραφική ελίτ αξίζουν μια θέση στην πρώτη σελίδα.

Σκάνδαλα, διασημότητες, αθλητές, προσφορές και φωτογραφίες γυναικών με ελάχιστα ρούχα γίνονται μέρος του νέου μοντέλου. Η λογική είναι απλή: η εφημερίδα δεν χρειάζεται μόνο να ενημερώνει, αλλά και να διασκεδάζει, να προκαλεί και να κρατά τον αναγνώστη.

Η εμπορική επιτυχία και το ηθικό κόστος

Ακριβώς εδώ βρίσκεται και η βασική αντίφαση της ταινίας. Η εμπορική επιτυχία της The Sun παρουσιάζεται παράλληλα με την υποχώρηση των δημοσιογραφικών ορίων.

Ο Μπόιλ αποφεύγει, ωστόσο, μια μονοδιάστατη καταδίκη του Λαμπ και του Μέρντοχ. Η ταινία αναγνωρίζει ότι η νέα προσέγγιση έσπασε ένα κλειστό σύστημα ενημέρωσης και έφερε στο προσκήνιο ένα κοινό που μέχρι τότε δεν αποτελούσε βασικό αποδέκτη του παραδοσιακού Τύπου. Ταυτόχρονα, όμως, καταγράφει το τίμημα μιας δημοσιογραφίας, στην οποία η κυκλοφορία και η κερδοφορία γίνονται βασικά κριτήρια επιτυχίας.

Δύο υποθέσεις λειτουργούν ως χαρακτηριστικά παραδείγματα. Η πρώτη είναι η απαγωγή και δολοφονία της Μιούριελ ΜακΚέι το 1969, συζύγου συνεργάτη του Μέρντοχ. Η δεύτερη αφορά τη Στέφανι Ραν, την πρώτη γυναίκα που πόζαρε τόπλες για τη διάσημη στήλη Page 3 της The Sun.

Η ταινία εξετάζει έτσι τη σταδιακή μετατόπιση των ορίων: από το «τι είναι είδηση», στο «τι πουλάει». Η μετάβαση αυτή παραμένει επίκαιρο θέμα, σε μια εποχή κατά την οποία τα μέσα ενημέρωσης εξακολουθούν να αναζητούν την ισορροπία ανάμεσα στην αλήθεια, την ψυχαγωγία και την εμπορική πίεση.

Μια ιστορία που οδηγεί στο σήμερα

Το "Ink" δεν επιχειρεί να εξιδανικεύσει την παλιά δημοσιογραφία. Αντίθετα, αποφεύγει τη νοσταλγία για την εποχή των έντυπων εφημερίδων και δείχνει τις αντιφάσεις ενός συστήματος που μπορούσε να παράγει τόσο σημαντική δημοσιογραφία, όσο και ιδιαίτερα επιθετικές μορφές ταμπλόιντ ενημέρωσης.

Παράλληλα, η ταινία αφήνει να διαφανεί η σύνδεση με τη σημερινή εποχή της παραπληροφόρησης και της οικονομίας της προσοχής. Στη δεκαετία του 1960 η ψηφιακή παραπληροφόρηση δεν υπήρχε, όμως η βασική λογική —η ανάγκη να κερδηθεί και να διατηρηθεί η προσοχή του κοινού— είχε ήδη αρχίσει να διαμορφώνει το περιεχόμενο των μέσων.

Η Βενετία επιλέγει φέτος να θέσει στο επίκεντρο και αυτή τη δυσάρεστη σχέση των μέσων ενημέρωσης με την εξουσία, την κερδοφορία και την επιρροή. Στο πρόγραμμα του φεστιβάλ περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, ντοκιμαντέρ για τον Ίλον Μασκ, ενώ άλλη ταινία εξετάζει την ιστορία του Κρις Χάνσεν, παρουσιαστή της τηλεοπτικής εκπομπής "To Catch a Predator", που είχε σημαντική επιρροή στην αμερικανική τηλεόραση τη δεκαετία του 2000.

Υπάρχει, τέλος, και μια πιο υλική πλευρά της ιστορίας. Το "Ink" αναπαριστά με ιδιαίτερη έμφαση τον κόσμο της παλιάς τυπογραφίας — τις μηχανές, τη σκόνη, τον ατμό και τη βρωμιά των πιεστηρίων. Τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν σε πραγματικό τυπογραφείο στο βόρειο Λονδίνο, ένα από τα ελάχιστα που εξακολουθούν να λειτουργούν στη Βρετανία. Όταν το συνεργείο επέστρεψε για συμπληρωματικά γυρίσματα, ενημερώθηκε ότι το τυπογραφείο επρόκειτο να κλείσει, καθώς δεν υπήρχε πλέον αρκετή δουλειά.

Η εικόνα αυτή λειτουργεί σχεδόν ως ειρωνικός επίλογος: η δημοσιογραφική επανάσταση που κάποτε έφερε η The Sun, συνέβαλε στη δημιουργία ενός νέου μοντέλου μαζικής ενημέρωσης, ενώ το ίδιο το έντυπο σύστημα που την ανέδειξε, βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπο με μια βαθιά κρίση.

Ακολουθήστε το Sofokleousin.gr στο Google News
και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Σχετικά Άρθρα