Η ενεργειακή αναβάθμιση του γερασμένου κτηριακού αποθέματος της χώρας δεν αποτελεί απλώς μια περιβαλλοντική υποχρέωση στο πλαίσιο της πράσινης μετάβασης, αλλά αναδεικνύεται σε μεγάλη αναπτυξιακή ευκαιρία.
Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ), το «κύμα» των ανακαινίσεων αναμένεται να λειτουργήσει ως ισχυρή ατμομηχανή ανάπτυξης, προσθέτοντας σχεδόν 1 δισ. ευρώ ετησίως στο ΑΕΠ και δημιουργώντας δεκάδες χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας για τις επόμενες δεκαετίες.
Για να κατανοήσει κανείς το μέγεθος της πρόκλησης, αρκεί να ρίξει μια ματιά στα στατιστικά. Οι επιδόσεις της χώρας στην εξοικονόμηση ενέργειας τα προηγούμενα χρόνια προήλθαν κυρίως από την οικονομική και ενεργειακή κρίση, παρά από συστηματικές παρεμβάσεις.
Το 51% των κανονικών κατοικιών στην Ελλάδα έχουν κατασκευαστεί πριν από το 1980, δηλαδή χωρίς ουσιαστική θερμική προστασία, ενώ μόλις το 2,6% χτίστηκε μετά το 2011.
Η εικόνα αποτυπώνεται ανάγλυφα στα Πιστοποιητικά Ενεργειακής Απόδοσης (Π.Ε.Α.):
- 1 στα 3 κτίρια κατοικίας (34%) ανήκει στη χειρότερη ενεργειακή κλάση (Η), το 60% κινείται μεταξύ των κλάσεων Ζ και Γ, ενώ μόλις το 6% κατατάσσεται στην κλάση Β (ελάχιστες προδιαγραφές ΚΕΝΑΚ) ή υψηλότερα.
- Τα περιθώρια βελτίωσης είναι τεράστια, καθώς το δυνητικό ποσοστό εξοικονόμησης ενέργειας μπορεί να αγγίξει έως και το 62,4%, ανάλογα με το κτήριο και την κλιματική ζώνη.
Ο μαραθώνιος του ΕΣΕΚ και ο χορός των δισεκατομμυρίων
Το αναθεωρημένο Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ) θέτει έναν εξαιρετικά φιλόδοξο στόχο: 68.000 ανακαινίσεις κατοικιών ετησίως για την περίοδο 2025-2030. Συνολικά, για το διάστημα αυτό, απαιτούνται επενδύσεις 15,6 δισ. ευρώ, που μεταφράζεται σε 2,6 δισ. ευρώ τον χρόνο κατά μέσο όρο.
Αντίστοιχοι ρυθμοί επενδύσεων προβλέπονται και για τις δεκαετίες που θα ακολουθήσουν (2031-2050), ανεβάζοντας τον λογαριασμό κατά επιπλέον 52,1 δισ. ευρώ.
Ωστόσο, υπάρχει ένα σημαντικό «αγκάθι». Για την πρώτη πενταετία, απαιτούνται δημόσιοι πόροι της τάξης των 5,8 έως 7,4 δισ. ευρώ. Με δεδομένο ότι οι διαθέσιμοι πόροι ανέρχονται σε 4,2 δισ. ευρώ, προκύπτει ένα χρηματοδοτικό κενό από 1,7 έως 3,2 δισ. ευρώ, το οποίο πρέπει να καλυφθεί μέσα από έξυπνα χρηματοδοτικά εργαλεία και κινητοποίηση ιδιωτικών κεφαλαίων.
Εκτίναξη σε ΑΕΠ, θέσεις εργασίας και κρατικά έσοδα
Τα οικονομικά οφέλη από αυτή την προσπάθεια είναι σαρωτικά. Σύμφωνα με το ΙΟΒΕ, για την περίοδο 2025-2050, η μέση ετήσια συνεισφορά στο ΑΕΠ θα αγγίζει τα 961 εκατ. ευρώ. Εξίσου εντυπωσιακός είναι ο αντίκτυπος στην απασχόληση, καθώς θα δημιουργούνται και θα συντηρούνται κατά μέσο όρο 28.280 θέσεις εργασίας πλήρους απασχόλησης κάθε χρόνο. Παράλληλα, τα κρατικά ταμεία θα ενισχύονται με 280 εκατ. ευρώ ετησίως από φόρους.
Η μελέτη καταδεικνύει επίσης ότι οι παρεμβάσεις στο κτιριακό κέλυφος (π.χ. θερμομόνωση) παρουσιάζουν τους υψηλότερους πολλαπλασιαστές. Κάθε 1 εκατ. ευρώ επένδυσης στη θερμομόνωση παλαιών κτηρίων επιστρέφει 1,12 εκατ. ευρώ στο ΑΕΠ και συντηρεί πάνω από 29 θέσεις εργασίας, αποδεικνύοντας τη μεγάλη εγχώρια προστιθέμενη αξία του κατασκευαστικού κλάδου και των υλικών.
Ο δρόμος για την επόμενη μέρα
Για να μην μείνουν οι στόχοι στα χαρτιά, το ΙΟΒΕ προτείνει μια σειρά από πολιτικές και λύσεις. Βασική προϋπόθεση αποτελεί η άμεση αναθεώρηση του ΚΕΝΑΚ ώστε να ευθυγραμμιστεί με τα ευρωπαϊκά πρότυπα (π.χ. Κτήρια Μηδενικών Εκπομπών - ZEB).
Επιπλέον, είναι ζωτικής σημασίας η διατήρηση των προγραμμάτων επιχορήγησης (όπως το «Εξοικονομώ») και μετά το 2027, αλλά και η εισαγωγή νέων εργαλείων: κλιμακωτές επιχορηγήσεις για ριζικές ανακαινίσεις, «πράσινα» στεγαστικά δάνεια, φορολογικά κίνητρα, καθώς και η αξιοποίηση των Εταιρειών Παροχής Ενεργειακών Υπηρεσιών (ΕΑΥ/ESCOs) στα δημόσια κτήρια.
Η ενεργειακή αναβάθμιση είναι ίσως το μεγαλύτερο αναπτυξιακό «στοίχημα» των επόμενων ετών. Αν κερδηθεί, θα αποφέρει όχι μόνο φθηνότερο ρεύμα και καλύτερη ποιότητα ζωής για τους πολίτες, αλλά και μια βιώσιμη, εγχώρια παραγωγική μηχανή που θα τροφοδοτεί την οικονομία για δεκαετίες.