Διεθνή

Η υποχώρηση απέναντι στον Τραμπ τελειώνει: Σύμμαχοι και θεσμοί περνούν απέναντι


Τεστ για νέο πρότυπο αντίδρασης η κόντρα με τον Καναδά

Η στάση απέναντι στον Ντόναλντ Τραμπ αλλάζει. Η τακτική της υποχώρησης απέναντί του, που χαρακτήριζε μέχρι πρότινος τη δεύτερη θητεία του, δίνει σταδιακά τη θέση της σε πιο αποφασιστικές αντιδράσεις. Από τον Καναδά και την Ευρώπη έως αμερικανικά πανεπιστήμια, δικηγορικές εταιρείες, αγορές ομολόγων και μέσα ενημέρωσης, κυβερνήσεις και θεσμοί εμφανίζονται πλέον έτοιμοι να αμφισβητήσουν τις απαιτήσεις του.

Η πιο χαρακτηριστική δοκιμασία έρχεται από τον Καναδό πρωθυπουργό Μαρκ Κάρνεϊ, ο οποίος αρνήθηκε να υποκύψει στο εμπορικό τελεσίγραφο του Τραμπ, ακόμη και με το κόστος ανταποδοτικών δασμών. Η στάση του δοκιμάζει στην πράξη αν η ανοιχτή αντιπαράθεση μπορεί να είναι αποτελεσματικότερη από την υποχώρηση απέναντι στον Αμερικανό πρόεδρο και ήδη παρακολουθείται στενά από άλλες κυβερνήσεις.

Η μεταστροφή δεν περιορίζεται στην Οτάβα. Ευρωπαίοι ηγέτες έχουν αρνηθεί να συμμετάσχουν στις εχθροπραξίες του Τραμπ με το Ιράν, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου απέρριψε το σχέδιό του για τη Γάζα, ενώ αραβικές χώρες του Κόλπου ανάγκασαν τον Λευκό Οίκο να εγκαταλείψει σχέδιο επιβολής τέλους στη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ. Στην ίδια κατεύθυνση, πανεπιστήμια και δικηγορικές εταιρείες αντιστέκονται σε κυβερνητικές απαιτήσεις αντί να τις αποδέχονται αυτομάτως.

Στο εσωτερικό των ΗΠΑ, ακόμη και η αγορά ομολόγων στέλνει προειδοποιητικά μηνύματα για τη δημοσιονομική πολιτική της κυβέρνησης. Το ABC, που το 2024 είχε καταβάλει 16 εκατ. δολάρια για να διευθετήσει αγωγή του Τραμπ, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της αλλαγής κλίματος: η συμφωνία δεν εξασφάλισε μακροπρόθεσμη ηρεμία και το δίκτυο προσέφυγε κατά της κυβέρνησης για απειλές σχετικά με τις άδειες εκπομπής.

Ωστόσο, η αλλαγή δεν σημαίνει ότι ο Τραμπ έχει χάσει την ισχύ του. Παρά τα ποσοστά δημοτικότητας που βρίσκονται κοντά σε ιστορικά χαμηλά, παραμένει η κυρίαρχη πολιτική προσωπικότητα στον κόσμο, με την ικανότητα να αλλάζει την ατζέντα με μία ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και να χρησιμοποιεί την προεδρική εξουσία με τρόπο που οι προκάτοχοί του απέφευγαν.

Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει επίσης ανοίξει τον δρόμο για ευρεία χρήση της εκτελεστικής εξουσίας, μεταξύ άλλων απέναντι σε ανεξάρτητες ομοσπονδιακές υπηρεσίες, στην οικοδόμηση της πολυδιαφημισμένης αίθουσας χορού στον Λευκό Οίκο και στην προσπάθεια περιορισμού της επιστολικής ψήφου.

Οι πρώτες ρωγμές στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα

Η μεγαλύτερη πολιτική αντοχή του Τραμπ εξακολουθεί να βρίσκεται στο Κογκρέσο, όπου οι Ρεπουμπλικανοί έχουν κατά κανόνα αποφύγει να αμφισβητήσουν τον πρόεδρο. Η επικύρωση του Τοντ Μπλανς ως υπουργού Δικαιοσύνης έδειξε ότι εξακολουθεί να ελέγχει σε μεγάλο βαθμό την κοινοβουλευτική πτέρυγα του κόμματος. Υπάρχουν, όμως, ενδείξεις ότι η επιρροή του στους Ρεπουμπλικανούς ψηφοφόρους δεν είναι πλέον αδιαμφισβήτητη.

Οι υποψήφιοι που είχε στηρίξει ο Τραμπ ηττήθηκαν σε 10 εσωκομματικές αναμετρήσεις για τις εκλογές του Νοεμβρίου, έξι από αυτές μόνο τον Αύγουστο. Παράλληλα, δημοσκοπήσεις καταγράφουν υποχώρηση της στήριξής του μεταξύ των Ρεπουμπλικανών. Η εξέλιξη είναι σημαντική, δεδομένου ότι ο Τραμπ είχε προηγουμένως χρησιμοποιήσει με επιτυχία την επιρροή του στη βάση του κόμματος για να τιμωρήσει πολιτικούς που θεωρούσε ανυπάκουους.

Η εικόνα είναι διαφορετική από τους πρώτους μήνες της δεύτερης θητείας του, όταν, παρά το γεγονός ότι είχε κερδίσει τις εκλογές του 2024 με μόλις 49,9% της λαϊκής ψήφου, φαινόταν να επιβάλλει τη βούλησή του σχεδόν παντού. Επιχειρήσεις, πανεπιστήμια, δικηγορικές εταιρείες, μέσα ενημέρωσης και δισεκατομμυριούχοι της τεχνολογίας προσαρμόζονταν στις απαιτήσεις του, ενώ η κυβέρνηση αναμόρφωνε ομοσπονδιακές υπηρεσίες, επενέβαινε στο Κέντρο Κένεντι και χρησιμοποιούσε την κρατική εξουσία εναντίον πολιτικών αντιπάλων.

Η λογική αυτή αρχίζει να αντιστρέφεται. Η υποχώρηση απέναντι στον Τραμπ μπορεί πλέον να έχει πολιτικό και οικονομικό κόστος για εκείνον που την επιλέγει, καθώς προκαλεί αντιδράσεις από εργαζομένους, πελάτες, ψηφοφόρους ή άλλους θεσμούς. Η διαπραγμάτευση του Yale με την κυβέρνηση, για παράδειγμα, προκάλεσε έντονες αντιδράσεις και έδειξε ότι η συμμόρφωση δεν είναι πλέον αυτονόητα η ασφαλέστερη επιλογή.

Η Ευρώπη χαράζει όρια

Η ίδια αλλαγή καταγράφεται στην Ευρώπη. Όταν ο Τραμπ επέστρεψε στην προεδρία, οι χώρες του ΝΑΤΟ ανταποκρίθηκαν στην πίεσή του και δεσμεύτηκαν να αυξήσουν τις αμυντικές δαπάνες. Σήμερα, όμως, η αντίσταση στις απαιτήσεις του είναι μεγαλύτερη, από τον σοσιαλδημοκράτη πρωθυπουργό της Ισπανίας Πέδρο Σάντσεθ έως την Ιταλίδα πρωθυπουργό Τζόρτζια Μελόνι.

Σημείο καμπής θεωρείται η απειλή του Τραμπ στις αρχές του έτους να αναλάβει τον έλεγχο της Γροιλανδίας, ακόμη και με τη χρήση στρατιωτικής ισχύος. Η προοπτική μιας σύγκρουσης μεταξύ δύο μελών του ΝΑΤΟ, των ΗΠΑ και της Δανίας, θεωρήθηκε από πολλούς Ευρωπαίους ηγέτες υπέρβαση κόκκινης γραμμής. Αντί να προσπαθήσουν να καθησυχάσουν τον Αμερικανό πρόεδρο, ορισμένοι έστειλαν ακόμη και μικρές στρατιωτικές δυνάμεις στη Γροιλανδία για ασκήσεις, στέλνοντας μήνυμα υπεράσπισης της ευρωπαϊκής κυριαρχίας.

Παρά τη σκληρότερη στάση, η Ευρώπη δεν επιδιώκει μετωπική σύγκρουση με την Ουάσιγκτον. Οι κυβερνήσεις εξακολουθούν να αυξάνουν τις αμυντικές δαπάνες και να συνεργάζονται με τις ΗΠΑ σε κρίσιμα ζητήματα. Η Γερμανία, για παράδειγμα, επέτρεψε στις αμερικανικές δυνάμεις να χρησιμοποιούν βάσεις στη χώρα παρά την κριτική του καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς για τον πόλεμο με το Ιράν.

Ο Καναδάς ως νέο τεστ

Η σύγκρουση με τον Καναδά συμπυκνώνει αυτή τη νέα πραγματικότητα. Ο Κάρνεϊ δήλωσε ότι οι ΗΠΑ προσπαθούν να «σπάσουν» τον Καναδά ώστε να τον ελέγξουν και ότι δεν πρόκειται να το επιτρέψει. Ο Τραμπ απάντησε χαρακτηρίζοντάς τον «αδύναμο και αναποτελεσματικό» πρωθυπουργό και απειλώντας ακόμη και να μετονομάσει τη λίμνη Οντάριο σε "Lake America", καθώς, όπως είπε, οι ΗΠΑ δεν αναμένουν πλέον να κάνουν πολλές εμπορικές συναλλαγές με το Οντάριο.

Ο Λευκός Οίκος υποστηρίζει ότι ο Τραμπ προσέφερε στον Καναδά μια ελκυστική συμφωνία και ότι η οικονομική εξάρτηση της χώρας από τις ΗΠΑ καθιστά τη στάση του Κάρνεϊ οικονομικά παράλογη. Όμως η ίδια η αντιπαράθεση έχει ήδη μετατραπεί σε παράδειγμα: άλλες κυβερνήσεις παρακολουθούν αν ο Καναδάς μπορεί να αντέξει το κόστος της μη υποχώρησης.

Ο Τραμπ διατηρεί ακόμη σημαντική δύναμη να επιβάλει τις απαιτήσεις του. Όμως, το πολιτικό, οικονομικό και θεσμικό κόστος της υποχώρησης έχει αρχίσει να γίνεται μεγαλύτερο από το κόστος της αντίστασης. Η περίπτωση Κάρνεϊ μπορεί να αποτελέσει πρότυπο για το πώς θα αντιμετωπίζουν στο εξής οι σύμμαχοι τις απειλές και τα τελεσίγραφα του Αμερικανού προέδρου.

Ακολουθήστε το Sofokleousin.gr στο Google News
και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Σχετικά Άρθρα