Υγεία

Μπερμπερίνη: Τα οφέλη, οι κίνδυνοι και τι λέει η επιστήμη για το «φυσικό Ozempic»


Από την παραδοσιακή ιατρική στη σύγχρονη έρευνα – Οι διαφορετικές μορφές συμπληρωμάτων και οι απαραίτητες προφυλάξεις

Η μπερμπερίνη, μια φυτική ουσία με μακρά ιστορία στην κινεζική και αγιουρβεδική ιατρική, συμπληρώματα της οποίας έχουν γίνει δημοφιλή και στην Ελλάδα, έχει βρεθεί στο επίκεντρο της έρευνας για το σάκχαρο, τη χοληστερόλη και το βάρος. Τα δεδομένα είναι ενθαρρυντικά σε ορισμένους τομείς, αλλά δεν δικαιολογούν την εικόνα ενός «φυσικού φαρμάκου» χωρίς κινδύνους.

Η μπερμπερίνη είναι ένα αλκαλοειδές που βρίσκεται σε φυτά όπως η βερβερίδα, η υδραστίδα ή χρυσόριζα, η μαόνια (βερβερίδα του Όρεγκον) και το Coptis chinensis. Η ιστορία της είναι μάλλον απρόσμενη: ένα από τα φυτά που την περιέχουν, η κοινή βερβερίδα (Berberis vulgaris), βρέθηκε πριν από περισσότερο από έναν αιώνα στο στόχαστρο μιας τεράστιας αμερικανικής εκστρατείας εκρίζωσης. Στις αρχές του 20ού αιώνα θεωρήθηκε υπεύθυνο για τη μετάδοση μύκητα που απειλούσε τις καλλιέργειες σιταριού. Η λεγόμενη «δίωξη της βερβερίδας» διήρκεσε δεκαετίες, μέχρι το 1979 και είχε οδηγήσει στην απομάκρυνση περισσότερων από ένα εκατομμύριο φυτών.

Σήμερα, το ίδιο φυτό αντιμετωπίζεται πολύ διαφορετικά. Η μπερμπερίνη χρησιμοποιείται εδώ και χιλιάδες χρόνια στην παραδοσιακή κινεζική και αγιουρβεδική ιατρική για πεπτικές διαταραχές, λοιμώξεις, φλεγμονές και δερματικά προβλήματα. Φυτά που περιέχουν την ουσία χρησιμοποιήθηκαν επίσης από αυτόχθονες πληθυσμούς της Βόρειας Αμερικής. Η σύγχρονη έρευνα έχει εστιάσει κυρίως στις επιδράσεις της στον μεταβολισμό, το σάκχαρο και τα λιπίδια του αίματος.

Τι συμβαίνει στον μεταβολισμό

Ένας από τους βασικούς μηχανισμούς που μελετώνται είναι η ενεργοποίηση του AMPK, ενός ενζύμου που λειτουργεί ως σημαντικός ρυθμιστής της κυτταρικής ενέργειας. Η ενεργοποίησή του συνδέεται με καλύτερη ευαισθησία στην ινσουλίνη, μεγαλύτερη πρόσληψη γλυκόζης από τα κύτταρα και αλλαγές στον μεταβολισμό των λιπών. Παράλληλα, η μπερμπερίνη επηρεάζει και άλλα μονοπάτια που σχετίζονται με το οξειδωτικό στρες, τη φλεγμονή και τη ρύθμιση των λιπιδίων.

Το ενδιαφέρον είναι ιδιαίτερα έντονο στον διαβήτη τύπου 2 και τον μεταβολικό κίνδυνο. Μετα-ανάλυση 50 τυχαιοποιημένων μελετών με 4.150 συμμετέχοντες, που δημοσιεύθηκε το 2024, βρήκε ότι η μπερμπερίνη συνδέθηκε με μειώσεις στη γλυκόζη νηστείας, στη μεταγευματική γλυκόζη, στην LDL χοληστερόλη, στην ολική χοληστερόλη και στα τριγλυκερίδια. Όταν χρησιμοποιήθηκε μαζί με αντιδιαβητικά φάρμακα, καταγράφηκε επίσης βελτίωση της HbA1c και της αντίστασης στην ινσουλίνη. Ωστόσο, οι ερευνητές επισημαίνουν ότι απαιτούνται καλύτερα σχεδιασμένες μελέτες.

Ανάλογη εικόνα προκύπτει για τη χοληστερόλη. Μετα-ανάλυση 18 τυχαιοποιημένων μελετών, με 1.788 συμμετέχοντες, κατέγραψε μειώσεις στην LDL, την ολική χοληστερόλη, τα τριγλυκερίδια και την απολιποπρωτεΐνη Β. Ταυτόχρονα, όμως, η πλειονότητα των μελετών προερχόταν από την Κίνα και το Χονγκ Κονγκ και είχαν σχετικά μικρή διάρκεια, γεγονός που περιορίζει το πόσο ασφαλώς μπορούν να γενικευθούν τα συμπεράσματα.

Στο σωματικό βάρος, τα στοιχεία είναι πιο συγκρατημένα. Ανασκόπηση του 2022 βρήκε μειώσεις στο βάρος και τον δείκτη μάζας σώματος, κυρίως σε μελέτες όπου η λήψη ξεπερνούσε το 1 γραμμάριο ημερησίως και τις οκτώ εβδομάδες. Το αμερικανικό NCCIH, ωστόσο, σημειώνει ότι πολλές από αυτές τις μελέτες είχαν υψηλό κίνδυνο μεροληψίας και διαφορετικές μορφές και δόσεις μπερμπερίνης. Γι' αυτό δεν θεωρείται ακόμη τεκμηριωμένο ότι αποτελεί αποτελεσματικό συμπλήρωμα αδυνατίσματος.

Ο χαρακτηρισμός «φυσικό Ozempic» που έχει γίνει δημοφιλής στα κοινωνικά δίκτυα είναι μάλλον παραπλανητικός. Η σεμαγλουτίδη, η δραστική ουσία του Ozempic, δρα ως ανάλογο της ορμόνης GLP-1, ενώ η μπερμπερίνη επηρεάζει διαφορετικούς μεταβολικούς μηχανισμούς. Δεν πρόκειται για ισοδύναμες ουσίες, ούτε για εναλλακτικές θεραπείες. Επιπλέον, τα διαθέσιμα στοιχεία για την απώλεια βάρους παραμένουν πολύ πιο περιορισμένα απ' ότι υποδηλώνει η δημοφιλής χρήση του όρου.

Από το έντερο μέχρι τη φλεγμονή

Η μπερμπερίνη μελετάται επίσης για την αντιφλεγμονώδη και αντιμικροβιακή δράση της και την πιθανή επίδρασή της στο μικροβίωμα του εντέρου. Εργαστηριακά και προκλινικά δεδομένα δείχνουν ότι μπορεί να επηρεάζει την ανάπτυξη ορισμένων βακτηρίων και μηχανισμούς που σχετίζονται με τη φλεγμονή και τον εντερικό φραγμό. Αυτό έχει οδηγήσει σε έρευνα για καταστάσεις όπως η δυσβίωση και ορισμένες πεπτικές διαταραχές, αλλά δεν σημαίνει ότι η μπερμπερίνη αποτελεί αποδεδειγμένη θεραπεία για το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου ή τη βακτηριακή υπερανάπτυξη του λεπτού εντέρου.

Υπάρχουν ακόμη προκλινικά ευρήματα για πιθανή αντικαρκινική και νευροπροστατευτική δράση, καθώς και για τη χρήση της στο σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών (PCOS). Σε εργαστηριακά μοντέλα, η ουσία έχει επηρεάσει την ανάπτυξη καρκινικών κυττάρων, την απόπτωση, τη φλεγμονή και το οξειδωτικό στρες, ενώ άλλες μελέτες εξετάζουν επιδράσεις στο νευρικό σύστημα. Αυτά τα αποτελέσματα, όμως, δεν ισοδυναμούν με αποδεδειγμένη αντικαρκινική ή νευροπροστατευτική θεραπεία στον άνθρωπο.

Δεν είναι όλα τα συμπληρώματα ίδια

Η πιο συνηθισμένη μορφή συμπληρώματος είναι η υδροχλωρική μπερμπερίνη (berberine HCl). Στις κλινικές μελέτες έχουν χρησιμοποιηθεί συχνά δόσεις της τάξης των 200–1.000 mg, δύο ή τρεις φορές την ημέρα, ανάλογα με την ένδειξη και το πρωτόκολλο. Υπάρχουν επίσης σκευάσματα φυτοσώματος και λιποσωμιακές μορφές, οι οποίες σχεδιάζονται ώστε να βελτιώνουν την απορρόφηση, καθώς και συνδυασμοί με άλλες ουσίες, όπως το ουρσοδεοξυχολικό οξύ. Οι διαφορετικές μορφές και δοσολογίες καθιστούν δύσκολη την άμεση σύγκριση των μελετών.

Υπάρχουν, τέλος, ολόκληρα φυτικά εκχυλίσματα, όπως από βερβερίδα, ινδική βερβερίδα, μαόνια και Coptis chinensis. Εδώ όμως η ποσότητα μπερμπερίνης είναι πολύ λιγότερο τυποποιημένη και δεν μπορεί να θεωρηθεί αυτονόητο ότι τα αποτελέσματα από ένα τυποποιημένο συμπλήρωμα μπερμπερίνης ισχύουν και για κάθε φυτικό σκεύασμα. Ειδικά για τη μαόνια, το NCCIH επισημαίνει ότι η ποσότητα μπερμπερίνης που τελικά απορροφάται από τον οργανισμό μπορεί να είναι μικρή.

Το σημαντικότερο, ωστόσο, είναι η ασφάλεια. Οι συχνότερες ανεπιθύμητες ενέργειες είναι γαστρεντερικές: ναυτία, κοιλιακό άλγος, φούσκωμα, δυσκοιλιότητα ή διάρροια. Παράλληλα, η μπερμπερίνη μπορεί να αλληλεπιδράσει με φάρμακα και να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο ο οργανισμός τα μεταβολίζει. Υπάρχουν επίσης δεδομένα για αλληλεπιδράσεις με φάρμακα που χρησιμοποιούνται στον διαβήτη, την καρδιαγγειακή νόσο και άλλες παθήσεις.

Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται επειδή η ίδια η μείωση του σακχάρου που αποτελεί πιθανό όφελος μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να οδηγήσει σε υπερβολική πτώση της γλυκόζης, ιδίως όταν συνδυάζεται με άλλα φάρμακα που μειώνουν το σάκχαρο. Η μπερμπερίνη δεν συνιστάται κατά την εγκυμοσύνη ή τον θηλασμό και δεν πρέπει να χορηγείται σε βρέφη, καθώς έχει συνδεθεί με επικίνδυνη συσσώρευση χολερυθρίνης και πιθανή εγκεφαλική βλάβη στα νεογνά.

Συνεπώς, η εικόνα που προκύπτει από την επιστημονική βιβλιογραφία είναι πιο ευρεία από το αφήγημα του «φυσικού συμπληρώματος για τα πάντα». Η μπερμπερίνη παρουσιάζει ενδιαφέρουσες και σε ορισμένες περιπτώσεις μετρήσιμες επιδράσεις στο σάκχαρο, τα λιπίδια και ορισμένους μεταβολικούς δείκτες, αλλά τα στοιχεία για την απώλεια βάρους και τις ευρύτερες χρήσεις της παραμένουν λιγότερο ισχυρά. Και επειδή πρόκειται για βιοδραστική ουσία με πιθανές αλληλεπιδράσεις, το «φυσικό» δεν σημαίνει αυτομάτως και ακίνδυνο.

Σημείωση: Οι δοσολογίες που αναφέρονται στη βιβλιογραφία δεν αποτελούν σύσταση λήψης. Όποιος λαμβάνει φάρμακα ή έχει διαγνωσμένη πάθηση θα πρέπει να συζητήσει τη χρήση μπερμπερίνης με γιατρό ή φαρμακοποιό, καθώς η ασφάλεια εξαρτάται και από το συγκεκριμένο σκεύασμα και τις υπόλοιπες θεραπείες.

Ακολουθήστε το Sofokleousin.gr στο Google News
και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Σχετικά Άρθρα